51. Το «αλλόκοτο» φαινόμενο Mpemba.
Απ’ όλα τα περίεργα φαινόμενα της θερμοδυναμικής, το φαινόμενο Mpemba, διεκδικεί μάλλον τα πρωτεία. Ο Mpemba ήταν μαθητής γυμνασίου στην Τασμανία το 1969, όταν παρατήρησε ότι δοχεία με παγωτό αρχικά, και νερό αργότερα, έπηζαν το περιεχόμενό τους ταχύτερα όταν τοποθετούνταν στο ψυγείο έχοντας υψηλότερη αρχική θερμοκρασία.
Αφού υπέμενε για μερικά χρόνια τη σχετική «καζούρα», τελικά η επιμονή του νίκησε και η επιστημονική κοινότητα επιβεβαίωσε το φαινόμενο, δίνοντάς του μάλιστα το όνομα του παρατηρητικού μαθητή.
Ακόμα πιο περίεργο είναι ότι γεγονός ότι το φαινόμενο αυτό ήταν γνωστό από την εποχή του Αριστοτέλη, αλλά αγνοήθηκε από τους μεταγενέστερους, μάλλον επειδή δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν!
Βέβαια το φαινόμενο δεν παρατηρείται πάντοτε, χωρίς να έχουν προσδιοριστεί ακριβώς ούτε οι συνθήκες στις οποίες συμβαίνει ούτε να έχει δοθεί τελείως ικανοποιητική εξήγηση γιατί συμβαίνει.
Η καλύτερη εξήγηση πάντως είναι ότι προκαλείται από τα διαλυμένα αέρια στο νερό, που επειδή διαφεύγουν ευκολότερα στις υψηλότερες θερμοκρασίες, καθιστούν το θερμό νερό πιο ομοιογενές ή "συμπαγές", επιτρέποντας τη γρηγορότερη ψύξη του. Σ’ αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι το φαινόμενο γίνεται τόσο πιο έντονο, όσο περισσότερο αέριο περιέχει αρχικά το νερό.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και όταν το νερό είναι πολύ καθαρό ή απεσταγμένο*, οπότε μπορεί να παραμείνει υγρό σε χαμηλότερη θερμοκρασία από τους 0ο Kελσίου, και να παγώσει απότομα από μια διαταραχή (κούνημα του δοχείου, πρόσκρουση «υπέρψυχρων» σταγόνων σε επιφάνεια κλπ).
*Το συνηθισμένο νερό περιέχει αρκετή ποσότητα αερίων, που δίνουν «γαλακτερή» όψη στον πάγο. Νερό απαλλαγμένο από αέρια (πχ με προηγούμενη θέρμανση), δίνει τελείως διάφανο πάγο.
52. Πετάει ο βάτραχος;
Πετάει!, αν και το ακριβέστερο είναι ότι αιωρείται, αρκεί το μαγνητικό πεδίο να είναι αρκετά ισχυρό (τουλάχιστον 15 Τ, που είναι ΠΟΛΥ ισχυρό * και δημιουργείται με ειδικά δισκοειδή πηνία, που ονομάζεται πηνία Bitter).
Στις συνθήκες αυτές, ακόμα και τα μη μαγνητικά (διαμαγνητικά) υλικά όπως το νερό αντιδρούν στο μαγνητικό πεδίο και μάλιστα με τρόπο ώστε να απωθούνται απ' αυτό **, οπότε ακόμα και ένας ζωντανός βάτραχος μπορεί να αιωρηθεί χωρίς δυσμενείς επιπτώσεις για την υγεία του.
* Για σύγκριση, ο ισχυρότερος μόνιμος μαγνήτης δεν ξεπερνά το 1.5 Τ, τα μαγνητικά πεδία των ηλεκτρομαγνητών στο CERN δεν ξεπερνούν τα 10 T, ενώ το ισχυρότερο μαγνητικό πεδίο που έχει δημιουργηθεί (από πηνία Bitter) είναι 45 Τ.
** Αντίθετα, τα υλικά από σίδηρο (σιδηρομαγνητικά) αλλά και τα λιγότερο μαγνητικά (παραμαγνητικά), αντιδρούν με τρόπο ώστε να έλκονται από το μαγνητικό πεδίο.
53. Η Φύση αγαπάει την "αταξία"!
Και την αγαπάει πράγματι, επειδή είναι μια πιο «οικονομική» ή σταθερή κατάσταση από πλευράς ενέργειας όσον αφορά στη διάταξη των μορίων, με περίπου αντίστοιχο τρόπο που η ευσταθής ισορροπία είναι από πλευράς μηχανικής ενέργειας οικονομικότερη κατάσταση σε σχέση με την ασταθή ισορροπία.
Όπως λοιπόν, εάν μια εδαφική περιοχή αφεθεί μόνο στις δυνάμεις της διάβρωσης θα καταλήξει επίπεδη μετά από ΠΟΛΥ χρόνο, έτσι και ενεργειακά ένα σύστημα θα καταλήξει μακροχρόνια σε πλήρη «αταξία», καθώς όλο και μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς του θα υποβαθμίζεται σε θερμότητα, δηλαδή σε άτακτη κίνηση των μορίων του.
Μέτρο αυτής της αταξίας είναι η ελληνική λέξη Εντροπία (από το εν + τροπή) που χρησιμοποιείται διεθνώς και συνιστά μία από τις σημαντικότερες λέξεις της Θερμοδυναμικής.
Ένα απλό παράδειγμα είναι μια τάξη με ζωηρούς μαθητές.
Χρειάζεται προσπάθεια (έργο) από την πλευρά του δάσκαλου για να βάλει (ή να επαναφέρει) τους μαθητές σε τάξη, αλλά στην πρώτη ευκαιρία οι μαθητές του θα επιβεβαιώσουν περίτρανα την τάση ενός συστήματος να ρέπει προς την αύξηση της Εντροπίας του.
Μια δεύτερη σημαντική ελληνική (και επίσης διεθνής) λέξη στον τομέα της Θερμοδυναμικής είναι και η Ενθαλπία (εν + θάλπω*), που είναι το μέτρο της περιεχόμενης θερμικής ενέργειας ενός συστήματος.
Υπόψη ότι και οι δύο αυτές ελληνικές λέξεις έχουν καθιερωθεί από ξένους επιστήμονες (Clausius και Onnes αντίστοιχα).
* σύγκρινε και το: περι + θάλπω
54. H Θάτσερ και το μποζόνιο του Higgs.
Το μποζόνιο του Higgs έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία.
Κατ’ αρχή προβλέφθηκε από τον Higgs μαζί με άλλους συναδέλφους του το 1964, επιβεβαιώθηκε από το CERN το 2012, ενώ το επόμενο έτος ο Higgs και ένας άλλος συνάδελφός του μοιράστηκαν το βραβείο Νόμπελ για τη Φυσική.
Ένα μποζόνιο, είναι ένα υποατομικό σωματίδιο που «μεταφέρει» μια ιδιότητα και το συγκεκριμένο του Higgs είναι αυτό που θεωρείται ότι δίνει στην ύλη την ιδιότητα της μάζας, δηλαδή της αδράνειας.
Συχνά το μποζόνιο αυτό αναφέρεται και σαν το «σωματίδιο του Θεού» και το πώς απέκτησε αυτό το όνομα έχει ενδιαφέρον.
Ο Φυσικός Leon Lederman*, γράφοντας ένα βιβλίο για το σωματίδιο αυτό το 1993 ήθελε να του δώσει σαν τίτλο «The Goddamn Particle» δηλαδή «το διαβολεμένο σωματίδιο». Ο εκδότης του όμως διαφώνησε, οπότε ο Lederman περιέκοψε τον τίτλο στο «The God Particle» και η ονομασία αυτή παρέμεινε.
Κάτι άλλο ενδιαφέρον, έχει να κάνει με το γεγονός ότι το 1993 ο τότε Βρετανός υπουργός Επιστημών ζήτησε από τους συνεργάτες του μια απλοποιημένη περιγραφή για τον τρόπο που δρα το σωματίδιο Higgs.
H καλύτερη απάντηση που δόθηκε και έκτοτε χρησιμοποιείται συχνά, ήταν η παρακάτω:
«Φανταστείτε ότι η Θάτσερ (πρώην πρωθυπουργός εκείνη την εποχή, αλλά ακόμα δημοφιλής) μπαίνει σε μια συγκέντρωση πολιτικών.
Καθώς κινείται φαίνεται να διαθέτει μεγάλη μάζα, επειδή όλοι συγκεντρώνονται γύρω της, οπότε όσον κινείται είναι δύσκολο να σταματήσει και εφόσον σταματήσει δύσκολα ξεκινάει πάλι. Το ίδιο θα συμβεί αν δεν είναι η ίδια η Θάτσερ παρούσα, αλλά μια φήμη (πεδίο) που την αφορά και που εξαπλώνεται με παρόμοιο τρόπο».
* Ο Lederman (που είναι Αμερικανός) έχει πει και το εξής, σε σχέση με τη "γλυκόπικρη" αίσθηση που άφηνε η διαφαινόμενη νίκη του Cern έναντι των αμερικανικών ινστιτούτων, στην «κούρσα» για τον εντοπισμό του σωματιδίου Higgs:
«Είναι σαν να βλέπεις την πεθερά σου να πέφτει στον γκρεμό, οδηγώντας το αγαπημένο σου αυτοκίνητο!»
55. Ζάρια ή ταχυδακτυλουργικά;
Είναι γνωστή η φράση του Αϊνστάιν «ο Θεός δεν παίζει ζάρια με το Σύμπαν»,
καθώς δεν του άρεσε η απροσδιοριστία που είναι η «κεντρική ιδέα» της Κβαντομηχανικής.
Μήπως όμως, «ο Θεός κάνει ταχυδακτυλουργικά»?
Μήπως δηλαδή κάποιες ιδιότητες μεταδίδονται «παρακάμπτοντας» τους (γνωστούς) φυσικούς νόμους?
Και αναφερόμαστε στο πιο παράδοξο από τα (ούτως ή άλλως) παράδοξα φαινόμενο της Κβαντομηχανικής, την «κβαντική εμπλοκή», (ή διεμπλοκή) ή «κβαντικό συσχετισμό», ή στα αγγλικά «quantum entanglement», το οποίο ο Αϊνστάιν χαρακτήριζε σαν «spooky action at a distance», δηλαδή «εξώκοσμη δράση από απόσταση».
Και όχι αναίτια, καθώς αυτό είναι το μόνο γνωστό φαινόμενο που μοιάζει να περιγελά το «θέσφατο» της Φυσικής, το όριο της ταχύτητας του φωτός στο κενό.
Η κβαντική εμπλοκή, συνδέει δύο αρχικά συσχετισμένα σωματίδια με ένα είδος «μη φυσικού δεσμού», ώστε η εν συνεχεία απομάκρυνσή τους να μην προκαλεί ούτε την εξασθένιση, ούτε την καθυστέρηση στην αλλαγή μιας συγκεκριμένης κατάστασης στο ένα, εφόσον η αντίστοιχη κατάσταση έχει μεταβληθεί στο άλλο.
Ο συσχετισμός αυτός γίνεται ακαριαία, ή τουλάχιστον τόσο γρήγορα ώστε δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί κάποια καθυστέρηση.
Η κβαντική εξήγηση του φαινομένου (που είναι συμβατή με την μη υπέρβαση του ορίου της ταχύτητας του φωτός), βασίζεται στην απροσδιοριστία που κυριαρχεί στα σωματίδια όσο δεν τα παρατηρεί (ή δεν τα μετράει) κάποιος.
Δύο συσχετισμένα κβαντικά σωματίδια όμως (συνήθως φωτόνια), έχουν συσχετισμένες και τις απροσδιοριστίες τους, οπότε μόλις το ένα παρατηρηθεί και αρθεί η απροσδιοριστία του»*, το ίδιο (άρση της απροσδιοριστίας) θα συμβεί ακαριαία και στο δεύτερο, ανεξάρτητα της απόστασής του.
Για παράδειγμα, σκεφτείτε δύο κουτιά που το ένα περιέχει ένα δεξί και το άλλο ένα αριστερό γάντι, εξωτερικά πανομοιότυπα. Δύο άτομα επιλέγουν τυχαία το κάθε κουτί. Αυτά τα άτομα μπορούν να απομακρυνθούν μεταξύ τους οσοδήποτε χωρίς να γνωρίζουν το είδος του γαντιού που περιέχει το κουτί τους. Τη στιγμή όμως που το ένα άτομο θα ανοίξει το κουτί του, αυτόματα θα γνωρίζει και το περιεχόμενο του άλλου κουτιού.
Μη βιαστείτε όμως να πείτε ότι το καταλάβατε! Το ποιό γάντι περιέχεται στο κάθε κουτί δεν είναι προκαθορισμένο, "αποφασίζεται" την ώρα που ανοίγεται το πρώτο κουτί!
Αντίστοιχα και η γάτα του Schrödinger (σίγουρα την έχετε ακουστά) δεν είναι ήδη νεκρή ή ζωντανή και το διαπιστώνετε ανοίγοντας το κουτί. Έχει και τις δύο ιδιότητες με ίσες πιθανότητες, μέχρι τη στιγμή ακριβώς που ανοίγετε το κουτί και διαπιστώσετε ποιά ιδιότητα έχει να επικρατήσει!
Οι πιθανές επιπτώσεις από την αξιοποίηση αυτού του φαινομένου είναι πολλές και σημαντικές, από τις πλέον ευφάνταστες, όπως η τηλεμεταφορά αντικειμένων ακόμα και ζωντανών οργανισμών, μέχρι τις πιο προσγειωμένες, όπως στην αύξηση της ταχύτητας επεξεργασίας δεδομένων των κβαντικών υπολογιστών, καθώς η κβαντική εμπλοκή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά πληροφοριών, επειδή δεν συμβαίνει μεταφορά ενέργειας.
* Στη γλώσσα της Κβαντομηχανικής: «όταν καταρρεύσει η κυματοσυνάρτησή του».
56. Μη Νευτώνια ρευστά.
Θα σας περνούσε ποτέ από μυαλό να τρέξετε πάνω σ’ ένα «υγρό», που ακόμα και ακίνητος να μένατε επάνω του, θα βουλιάζατε?Και όμως αυτή η προφανώς παράλογη σκέψη είναι απολύτως σωστή, αν πρόκειται για μια κατηγορία υγρών που ονομάζονται «μη Νευτώνια».Και μην φανταστείτε ότι τα μη Νευτώνια είναι κάτι το εξωτικό, ένα τέτοιο υγρό για παράδειγμα είναι καλαμποκάλευρο διαλυμένο σε νερό! Η ιδιοτροπία αυτών των υγρών οφείλεται στο ότι όταν κάτι κινείται με μικρή ταχύτητα μέσα στη μάζα τους, εμφανίζουν σχετικά μικρή αντίσταση, ενώ όσο η ταχύτητα αυξάνεται τόσο συμπεριφέρονται σαν πιο «συμπαγή». Μια τεχνολογική εφαρμογή αυτού του φαινόμενου είναι οι «viscocouplers», αυτόματοι συμπλέκτες με μη Νευτώνιο σιλικονούχο υγρό μέσα τους, που «σφίγγουν» όσο μεγαλώνει η σχετική ταχύτητα των δύο ροτόρων που συνδέονται με τους άξονες εισόδου και εξόδου.Δεν «σφίγγουν» όμως όλα τα μη Νευτώνια υγρά όταν πιεστούν.Κάποια εμφανίζουν ακριβώς την αντίθετη συμπεριφορά, όπως το κέτσαπ! 57. Σπηλαίωση. Πρόβλημα ή λύση; Πρόκειται για ένα περίεργο φαινόμενο που σχετίζεται με τις δυναμικές ιδιότητες των υγρών, και ενώ συνήθως είναι πονοκέφαλος για τους Μηχανικούς, μπορεί να δώσει μια γιγάντια ώθηση στην ταχύτητα μετακίνησης μέσα στο νερό.
Το φαινόμενο αφορά τη δημιουργία φυσαλίδων κενού (ή περίπου κενού), ακριβώς πίσω από ένα εξάρτημα που κινείται με μεγάλη ταχύτητα μέσα στο νερό, εφόσον δημιουργείται πολύ έντονη υποπίεση στο σημείο αυτό.
Οι φυσαλίδες αυτές τελικά θα «σκάσουν προς τα μέσα», μόλις έχουν την ευκαιρία, δηλαδή μόλις η υποπίεση πάψει να είναι έντονη, αλλά τότε σταγονίδια νερού θα κινηθούν ταχύτητα να καταλάβουν τον χώρο, και με τη «φόρα» που έχουν θα προσκρούσουν στην επιφάνεια που επάνω της βρίσκονταν οι φυσαλίδες, σκάβοντάς την κυριολεκτικά.
Έτσι δημιουργείται σημαντική φθορά στα εξαρτήματα (συνήθως έλικες ή ρότορες), αλλά και πονοκέφαλος στους Μηχανικούς!
Η λύση βέβαια είναι καλύτερη σχεδίαση των εξαρτημάτων, και στην εποχή της σχεδίασης με υπολογιστή αυτό είναι εύκολο, οι Μηχανικοί όμως σκέφτηκαν να αξιοποιήσουν το φαινόμενο τραβώντας το στα άκρα.
Η ιδέα είναι να δημιουργήσουν επίτηδες σπηλαίωση στο ρύγχος ενός υδροδυναμικού και γρήγορα κινούμενου σώματος, οπότε οι φυσαλίδες από τη σπηλαίωση θα «καλύψουν» σαν μανδύας το σώμα, απομονώνοντάς το από την τριβή του με το νερό!
58. Γιατί τα κύματα είναι χρήσιμα;
Εννοούμε φυσικά πέρα από το να επιτρέπουν στους σέρφερς να κάνουν τις θεαματικές φιγούρες τους, και να επιτρέπουν (προς το παρόν πειραματικά) και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Τα παραπάνω ισχύουν βέβαια για τα θαλασσινά κύματα, τα οποία αποτελούν και την πιο οικεία εικόνα κυμάτων, καθώς τα άλλα είδη, δηλαδή τα ηχητικά και πολύ περισσότερο τα ηλεκτρομαγνητικά, είναι αόρατα.
Τα σταθερά και συνεχόμενα κύματα γενικά, είναι ένας από τους τρόπους της φύσης να μεταφέρει ενέργεια με ελεγχόμενο τρόπο.
Και λέμε με ελεγχόμενο τρόπο, γιατί και το κύμα από ένα τσουνάμι ή μια έκρηξη μεταφέρει ενέργεια και μάλιστα μεγάλη, αλλά προφανώς με καταστροφικό τρόπο.
Τη μεταφορά αυτής της ενέργειας στην περίπτωση των θαλασσινών κυμάτων μπορούμε να την καταλάβουμε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να αξιοποιηθεί η ενέργειά τους, πχ με πλωτήρες που ανεβοκατεβαίνουν ή αρθρωτούς σωλήνες που κάμπτονται και ενεργοποιούν συστήματα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Ακόμα και την ενέργεια των ηχητικών κυμάτων μπορούμε να την καταλάβουμε σχετικά εύκολα, αρκεί να παρακολουθήσουμε τον κώνο ενός μεγάλου ηχείου χαμηλών συχνοτήτων να πάλλεται, ή από τον πόνο στα αυτιά μας εξαιτίας δυνατής μουσικής.
Τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα από την άλλη πλευρά (εικόνα επάνω) είναι σχεδόν αδύνατον να τα ανιχνεύσουμε με τις αισθήσεις μας, εκτός από την φωτεινή ακτινοβολία φυσικά, αλλά είμαστε κυριολεκτικά βυθισμένοι μέσα σ’ αυτά εξαιτίας των εκπομπών τηλεόρασης, ραδιοφώνου, κινητών τηλεφώνων, ραντάρ κλπ.
Τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα έχουν επίσης το μεγάλο πλεονέκτημα να μην χρειάζονται υλικό μέσο για τη μετάδοσή τους, μεταδίδονται μια χαρά (και ακόμα καλύτερα) στο κενό, αλλιώς για παράδειγμα το φως του Ήλιου δεν θα έφτανε ποτέ στη Γη.
Μέχρι τώρα πάντως, δεν έχει βρεθεί πρακτικός τρόπος να μεταφερθεί σημαντική ποσότητα ενέργειας με ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία (μεταφέρονται ουσιαστικά μόνο σήματα), και ο Τέσλα που επιχείρησε να κατασκευάσει ένα τέτοιο σύστημα στις αρχές του 20ου αιώνα, δεν μπόρεσε να το ολοκληρώσει.
59. Τρείς απίθανες θέσεις της Σύγχρονης Φυσικής.
- Ένα Σύμπαν από το Τίποτα.- Η ενέργεια του Απόλυτου Κενού. - Ο Χρόνος που γυρίζει πίσω.
Οι παραπάνω θέσεις της Σύγχρονης Φυσικής μοιάζουν απίθανες και παράλογες και αντίκεινται στην εμπειρία μας και κατά συνέπεια και στη λογική μας, όμως η Σύγχρονη Φυσική τις εξετάζει γιατί δεν έρχονται σε αντίθεση με τα μαθηματικά της.
Αφού στο παρελθόν οι επιστήμονες την «πάτησαν» αρκετές φορές βάζοντας αυθαίρετα όρια σε διάφορα φυσικά φαινόμενα ή δυνατότητες και στη συνέχεια διαψεύσθηκαν πανηγυρικά, πλέον απορρίπτουν μόνο ότι αντιβαίνει στα μαθηματικά της Φυσικής, ενώ όλα τα άλλα, όσο περίεργα και αν ακούγονται, εξετάζονται.
- Η γέννηση λοιπόν ενός ολόκληρου Σύμπαντος (ακόμα και πολλών Συμπάντων) από το Τίποτα μπορεί να συμβεί αυθόρμητα και χωρίς κανένα πρόβλημα, εφόσον το σύνολο της θετικής ενέργειας (που περιλαμβάνει και την ύλη) ισούται με το σύνολο της αρνητικής ενέργειας που εκδηλώνεται με τη βαρύτητα.
Για παράδειγμα, πρέπει να καταβάλουμε ενέργεια για να σηκώσουμε ένα αντικείμενο, εργαζόμενοι αντίθετα προς την ενέργεια της βαρύτητας.
- Στο απόλυτο κενό, υποατομικά σωματίδια (αλλά και ενεργειακά πεδία) ξεπηδούν από το μηδέν, διασπώνται, συγχωνεύονται και εξαφανίζονται, κάνοντάς το να μοιάζει πιο πολύ με καζάνι που βράζει, παρά με χώρο που «δεν περιέχει τίποτα» σύμφωνα με την κλασική Φυσική.
- ‘Οσο για τον χρόνο, τίποτα δεν τον εμποδίζει να πάει προς τα πίσω, όχι πάντως οι εξισώσεις της Φυσικής. Αυτό θα μπορούσαμε να το καταλάβουμε καλύτερα, αν κάνουμε ένα διανοητικό πείραμα.
Ας θεωρήσουμε ότι παρακολουθούμε σε κινηματογραφική ταινία (ή βίντεο) μία επιφάνεια μπιλιάρδου χωρίς όρια. Στο κέντρο είναι στημένες στην τριγωνική διάταξη εκκίνησης οι μπίλιες, και ξαφνικά μια μπίλια εμφανίζεται από κάπου και χτυπάει με δύναμη τις συγκεντρωμένες μπίλιες, στέλνοντάς τες προς όλες τις κατευθύνσεις.
Ας φανταστούμε τώρα μια δεύτερη σκηνή.
Βλέπουμε (σε ταινία ή βίντεο) μια άδεια επιφάνεια μπιλιάρδου, και ξαφνικά έρχονται μπίλιες από διάφορες κατευθύνσεις και συγκεντρώνονται σ’ ένα σφικτό τέλειο τρίγωνο, εκτοξεύοντας ταυτόχρονα και μία μπίλια προς τα έξω.
Είναι προφανώς λογικό να σκεφτούμε ότι η πρώτη σκηνή είναι παιγμένη προς την σωστή χρονική κατεύθυνση, ενώ η δεύτερη είναι παιγμένη ανάποδα.
Όμως κανένας φυσικός νόμος δεν εμποδίζει να συμβεί το γεγονός της δεύτερης σκηνής, απλά θα πρέπει «κάποιος» να υπολογίσει τις γωνίες, τις θέσεις και τις ταχύτητες των μπιλιών με πολύ μεγάλη ακρίβεια (άρα να καταβάλει σημαντική ενέργεια)* και στη συνέχεια να τις εκτοξεύσει ώστε να κινηθούν αντίθετα προς την αύξηση της «εντροπίας» τους (δηλαδή της αταξίας τους), που στον κόσμο μας καθορίζει τη φυσιολογική φορά της ροής του χρόνου.
Συνεπώς, το να μην είναι παιγμένη ανάποδα η δεύτερη σκηνή δεν είναι αδύνατον, απλά είναι εξαιρετικά απίθανο.
*Και όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει στο CERN, όπου οι επιστήμονες παίζουν «ανάποδο μπιλιάρδο» συστηματικά. Συνθέτουν τις τροχιές και ταχύτητες των σωματιδίων που προκύπτουν από τις διασπάσεις στον επιταχυντή, για να καθορίσουν τις ιδιότητες των αρχικών σωματιδίων.
60. Το νερό, ένα «μαγικό» υγρό.
Το νερό είναι η πιο κοινή, πιο γνωστή, αλλά ταυτόχρονα και η πιο περίεργη ουσία στη Γη.
Η παραδοξότητά της οφείλεται βασικά στο γεγονός ότι το μόριο του νερού δεν είναι συμμετρικό, αλλά τα δύο άτομα του υδρογόνου σχηματίζουν μια ανοικτή γωνία μεταξύ τους έχοντας το άτομο του οξυγόνου ανάμεσά τους, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν ηλεκτρική πόλωση.
Σε αυτή την ιδιότητα χρωστάει το νερό την επιφανειακή τάση που αναπτύσσει (σαν να το περιβάλλει μια λεπτή μεμβράνη), αλλά και το γεγονός ότι παραμένει υγρό στις συνηθισμένες θερμοκρασίες, ενώ ακόμα και σημαντικά βαρύτερα μόρια είναι αέρια.
Η ιδιότητα όμως του νερού με τη σημαντικότερη επίπτωση στη ζωή στη Γη είναι ότι η πυκνότητα του μειώνεται κάτω από τους 4ο C, με αποτέλεσμα ο πάγος να επιπλέει και οι υδάτινοι όγκοι να παγώνουν μόνο επιφανειακά, προστατεύοντας τη ζωή στο βάθος τους.
Επίσης, το σημείο βρασμού του είναι ιδιαίτερα υψηλό και για να μετατραπεί σε αέριο απορροφά σημαντική ποσότητα θερμότητας (λανθάνουσα θερμότητα), η οποία αποδίδεται αντίστοιχα κατά την υγροποίησή του (πολύ χρήσιμο στις ατμομηχανές).
Ακόμα, είναι με διαφορά το πιο αποτελεσματικό διαλυτικό όλων σχεδόν των ουσιών της γης, ενώ είναι διαφανές μόνο στο ορατό τμήμα του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος (μην περιμένετε λοιπόν να μαυρίσετε μέσα στο νερό).
Τέλος, ρίξτε μια ματιά στο φαινόμενο Mpemba (θέμα Νο 51), για να διαπιστώστε ότι το νερό έχει και άλλους «άσσους» στο μανίκι του!
61. Βαθμός απόδοσης 300%;
Είναι γνωστό ότι ο ενεργειακός βαθμός απόδοσης μιας συσκευής, που είναι ο λόγος της προσφερόμενης ενέργειας στο σύστημα προς την αποδιδόμενη ενέργεια παραμένει πάντα μικρότερος από τη μονάδα, δηλαδή μικρότερος από 100%, γι’ αυτό δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει το αεικίνητο. Κάποιες μάλιστα συσκευές που οι εφευρέτες τους ισχυρίζονταν ότι ήταν «αεικίνητα», αποδείχθηκε ότι στην πραγματικότητα έπαιρναν ενέργεια από το περιβάλλον σαν θερμότητα, φως κλπ.
Υπάρχει όμως μια συσκευή η οποία όχι μόνο ξεπερνάει σε ενεργειακή απόδοση το 100%, αλλά φθάνει στο 300% ή και περισσότερο!
Και μάλιστα δεν πρόκειται για κάποια «εξωτική» συσκευή αλλά για την αντλία θερμότητας που βρίσκεται στην καρδιά κάθε κλιματιστικού συστήματος.
Η αιτία για μια τέτοια φαινομενικά εξωπραγματική απόδοση είναι ότι η αντλία θερμότητας δεν χρησιμοποιεί την ηλεκτρική ενέργεια με την οποία την τροφοδοτούμε για να τη μετατρέψει σε θερμότητα, όπως πχ κάνει μία ηλεκτρική θερμάστρα, αλλά για να μεταφέρει θερμότητα από μία περιοχή σε μία άλλη.
Μάλιστα, αν χρησιμοποιηθεί το έδαφος σαν δεξαμενή θερμότητας (γεωεναλλάκτης) αντί του αέρα, ο βαθμός απόδοσης μιας σύγχρονης αντλίας θερμότητας (με inverter) μπορεί να φθάσει και το 500%!
62. Γιατί τα μεταλλικά αντικείμενα είναι κρύα στην αφή;
Επειδή έχουν πολύ μεγαλύτερη θερμική αγωγιμότητα από τα υπόλοιπα υλικά και οι υποδοχείς στο δέρμα μας ερμηνεύουν την αίσθηση ανάλογα με την ένταση και τη φορά της ροής της θερμότητας κατά την επαφή, σαν περισσότερο κρύο ή ζέστη.
Όμως για να συμβεί αυτό δηλαδή ροή θερμότητας, θα πρέπει το αντικείμενο που ακουμπάμε να έχει διαφορετική θερμοκρασία από αυτή του σώματός μας (36ο C), κάτι που βέβαια συνήθως ισχύει καθώς η θερμοκρασία των χώρων και των αντικειμένων είναι σχεδόν πάντα χαμηλότερη από αυτή του σώματός μας, γεγονός που ερμηνεύεται από τον εγκέφαλό μας σαν κρύο.
63. Δυνάμεις διαστολής.
Είναι γνωστό ότι οι δυνάμεις διαστολής και συστολής είναι πολύ μεγάλες και ειδικά στα στερεά προκαλούν σοβαρές παραμορφώσεις εάν εμποδιστούν.
Πόσο μεγάλες όμως είναι αυτές οι δυνάμεις?
Μια ιδέα του μεγέθους τους παίρνουμε αν τις θεωρήσουμε ίσες με τις δυνάμεις που απαιτούνται για να επιφέρουμε την ίδια παραμόρφωση, χωρίς αύξηση της θερμοκρασίας του υλικού.
Για παράδειγμα, η δύναμη που θα ασκήσει ένα κομμάτι σίδερο που θα εμποδιστεί να διασταλεί εφόσον θερμανθεί, είναι ίση με τη δύναμη που θα πρέπει να εφαρμόσουμε για να το επιμηκύνουμε κατά το ίδιο ποσοστό τεντώνοντάς το μηχανικά, χωρίς να το θερμάνουμε.
64. Ιστοφόρο ταχύτερο από τον άνεμο;
Ακούγεται παράδοξο ένα ιστιοφόρο να μπορεί να κινηθεί ταχύτερα από το ίδιο τον άνεμο και πράγματι αυτό είναι αδύνατον στην ούρια πλεύση, δηλαδή όταν ο άνεμος έρχεται από την πρύμνη και σπρώχνει το πανί σαν ένα εμπόδιο. Φυσικά για χιλιάδες χρόνια τα ιστιοφόρα ταξίδευαν με αυτόν τον τρόπο, γι’ αυτόν τον λόγο ο ούριος άνεμος ήταν τόσο επιθυμητός.
Στα σύγχρονα όμως ιστιοφόρα το πανί χρησιμοποιείται σαν κατακόρυφα τοποθετημένη πτέρυγα και αξιοποιείται καλύτερα όταν ο άνεμος έρχεται από τα πλάγια του σκάφους, οπότε το πανί τον εκτρέπει αεροδυναμικά λοξά προς τα πίσω.
Αυτή η αλλαγή κατεύθυνσης του ανέμου δημιουργεί λοξή προς τα εμπρός ώση επάνω στο πανί και κατ’ επέκταση στο σκάφος.
Απαραίτητη προϋπόθεση όμως για την αξιοποίηση αυτών των λοξών δυνάμεων που αναπτύσσονται επάνω στο σκάφος είναι η ύπαρξη μιας μεγάλης σε επιφάνεια καρίνας που «κόβει» την πλευρική κίνηση του σκάφους και επιτρέπει ουσιαστικά μόνο την κίνηση κατά τον διαμήκη άξονά του.
Έτσι, καθώς η κίνηση του σκάφους γίνεται κάθετα προς τον τοπικό άνεμο (βέβαια ο φαινόμενος άνεμος επηρεάζεται από την κίνηση του σκάφους), ένα καλοσχεδιασμένο αγωνιστικό ιστιοφόρο μπορεί να κινηθεί με ταχύτητα στο νερό μεγαλύτερη από την ταχύτητα του τοπικού ανέμου ως προς το νερό.
Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές σε αγωνιστικά υδροπτέρυγα καταμαράν (εικόνα επάνω), στα οποία ελάχιστο μέρος του σκάφους έρχεται σε επαφή με το νερό, και τα οποία μπορούν να ξεπεράσουν άνετα το διπλάσιο της ταχύτητας του ανέμου που τα κινεί.
ΥΓ1. (Δεκ. 2021) Και όμως ένα όχημα μπορεί να κινηθεί ταχύτερα, και στην ίδια κατεύθυνση, από τον άνεμο που το σπρώχνει (τουλάχιστον αυτό έχει επιδειχθεί σε όχημα, αναζητείστε το στο internet σαν blackbird wind car, εικόνα επάνω). Αν και φαίνεται αδύνατον εκ πρώτης όψης, πρόκειται για ένα ελαφρύ όχημα που οι τροχοί του κινούν μέσω οδόντωσης πολλαπλασιασμού στροφών μία έλικα, σχεδιασμένη να το προωθεί προς την κατεύθυνση που το σπρώχνει ο άνεμος. Από τη στιγμή που το όχημα αρχίζει να το κινείται σπρωγμένο από τον άνεμο, η έλικα (λειτουργώντας σαν έλικα αεροπλάνου) το επιταχύνει και αν οι τριβές είναι χαμηλές μπορεί άνετα να κινηθεί ταχύτερα από τον άνεμο, δηλαδή να συναντά τον (φαινόμενο) άνεμο από εμπρός!
Το τύμπανο είναι ενσωματωμένο με τον άξονα και την έλικα, που όλα φέρουν τρύπα κατά μήκος τους και μπορούν να περιστραφούν ελεύθερα σαν ενιαίο σώμα. Η πετονιά που είναι τυλιγμένη στο τύμπανο, οδηγείται από μικρές τροχαλίες στο εμπρός μέρος του μηχανισμού και στη συνέχεια μέσα από την τρύπα του τυμπάνου και του άξονα ώστε να βγει από το κέντρο της έλικας. Εφόσον η τορπίλη είναι στο νερό και τραβήξουμε την πετονιά προς τα πίσω, η περιστροφή της έλικας που προκαλείται αρκεί για να σπρώξει την τορπίλη προς τα εμπρός, παρόλο που την τραβάμε προς τα πίσω! Αυτό εξηγείται εύκολα με την φυσική των μοχλών, αλλά στην πράξη (η πραγματική τορπίλη είχε δύο τύμπανα και δύο αντιπεριστρεφόμενες έλικες), χρειάζονταν να εκτυλιχτούν 4km διπλού συρματόσχοινου για να προχωρήσει η τορπίλη κατά 1km, και προφανώς με το 1/4 της ταχύτητας έλξης των συρματοσχοίνων.Ένα αντίστοιχο "παράδοξο" συμβαίνει όταν δέσουμε ένα σπάγκο στο πεντάλ ενός ποδηλάτου ενώ βρίσκεται στην κάτω θέση, και το τραβήξουμε προς τα πίσω. Ανάλογα με το γρανάζωμα (αν έχει πχ σχέση γραναζιών κατάλληλη για ανήφορο) θα κινηθεί εύκολα προς τα εμπρός.
65. 2000 βαθμοί Κελσίου, και όμως παγωνιά!
Αν δείτε ένα διάγραμμα που δείχνει να τη θερμοκρασία σε διάφορα ύψη πάνω από την επιφάνεια της Γης, θα διαπιστώσετε ότι πάνω από το ύψος των 80.000 μέτρων, περιοχή που ονομάζεται θερμόσφαιρα, η θερμοκρασία ανεβαίνει κατά πολύ, φθάνοντας μέχρι τους 2.000 βαθμούς Κελσίου σε υψόμετρο 400km, εκεί δηλαδή που κινείται ο Διεθνής Διαστημικόε Σταθμός.
Πώς γίνεται όμως να κινούνται και να διαπερνούν τη ζώνη αυτή πύραυλοι και διαστημόπλοια με μεγάλη ταχύτητα χωρίς να παθαίνουν ζημιά;
Η απάντηση είναι ότι οι 2.000 βαθμοί αντιστοιχούν σε συγκεκριμένη κινητικότητα των μορίων της ατμόσφαιρας, που οφείλεται στην ανεμπόδιστη επίδραση της ακτινοβολίας του Ήλιου, κυρίως της υπεριώδους. Τα μόρια της ατμόσφαιρας όμως σ’ αυτά τα μεγάλα ύψη είναι τόσο απομακρυσμένα μεταξύ τους, που στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα σ’ ένα αντικείμενο που θα βρεθεί σ’ αυτή την περιοχή, είναι η έντονη ψύξη του εξαιτίας της θερμικής ακτινοβολίας του!
(Βλ και θέματα Νο 25 και Νο 93).
ΥΓ. Όπως φαίνεται και στο διάγραμμα, μέσα στην Τροπόσφαιρα, η θερμοκρασία μειώνεται με σταθερό ρυθμό, κάτι για το οποίο όλοι λίγο πολύ έχουμε εμπειρία, όταν ανεβαίνουμε σ' ένα βουνό πχ.
Οι αιτίες είναι δύο: Η πρώτη είναι ότι το έδαφος θερμαίνει τον αέρα που βρίσκεται κοντά του, καθώς αντανακλά τη θερμότητα που δέχεται από τον Ήλιο (αν και σε διαφορετική συχνότητα), και από τη θερμότητα του πυρήνα της Γης και τις αργές πυρηνικές διαπάσεις στον φλοιό της.
Η δεύτερη είναι ότι εξαιτίας αυτής της διαφοράς θερμοκρασίας υπάρχουν συνεχώς αργά κατακόρυφα ρεύματα που μετακινούν τον αέρα. Όταν μία ποσότητα αέρα ανυψωθεί, εξαιτίας της χαμηλότερης πίεσης που επικρατεί σε υψόμετρο (σαν συνέπεια της επίδρασης της βαρύτητας στα μόρια του αέρα και της συμπιεστότητάς του), διαστέλεται και εκτονώνεται (όχι ακριβώς αδιαβατικά, αλλά αρκετά κοντά), με συνέπεια να ψύχεται. Αντίστροφα, ο αέρα που αναγκαστικά κατεβαίνει συμπιέζεται και θερμαίνεται.
Η παραπάνω ψύξη προστίθεται στην προηγούμενη που αναφέρθηκε, με το γνωστό αποτέλεσμα.
Με την ευκαιρία, αυτά τα αργά κατακόρυφα ρεύματα του αέρα είναι υπεύθυνα και για το "ανακάτεμα" του αέρα, έτσι ώστε το οξυγόνο και το άζωτο να διατηρούν περίπου σταθερή την αναλογία τους (μέχρι τη Στρατόσφαιρα), αλλιώς θα είχαν τη τάση να διαχωριστούν, παρά τη μικρή διαφορά στην πυκνότητά τους.
66. Χαμηλές και
υψηλές συχνότητες.
Από την εμπειρία μας είναι γνωστό ότι οι ήχοι χαμηλής
συχνότητας (μπάσα) ακούγονται πολύ περισσότερο και μεταδίδονται πολύ μακρύτερα
από τις υψηλές συχνότητες (πρίμα). Η Φυσική όμως λέει ότι οι υψηλές συχνότητες
μεταφέρουν μεγαλύτερη ισχύ και αυτό είναι φανερό στην ηλεκτρομαγνητική
ακτινοβολία, καθώς η υπεριώδης ακτινοβολία (από το οπτικό φάσμα), οι ακτίνες Χ
και ακόμα περισσότερο οι ακτίνες γ διαπερνούν και κάνουν ζημιά ανάλογα με τον
χρόνο έκθεσης, τους ανθρώπινους ιστούς.
Θα νόμιζε λοιπόν κανείς ότι τα ηχητικά κύματα
συμπεριφέρονται ανάποδα απ’ ότι η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Όμως δεν είναι
έτσι. Σε κάθε περίπτωση η υψηλότερη συχνότητα (μικρότερο μήκος κύματος)
μεταφέρει μεγαλύτερη ισχύ, εφόσον το πλάτος της ταλάντωσης είναι το ίδιο. Αυτό που συμβαίνει με τα ηχητικά μπάσα είναι
ότι χρειάζονται πολύ περισσότερη ισχύ (σε πλάτος ταλάντωσης) για να παραχθούν,
ώστε να δώσουν την ίδια ακουστική αίσθηση στο ανθρώπινο αυτί και αυτό για δύο
λόγους:
1. Για να παραχθούν τα μπάσα χρειάζονται μεγάλες
επιφάνειες ή «χοντρές» χορδές. Αν συγκρίνει κανείς την ογκώδη κατασκευή ενός
ηχείου woofer (μπάσο) με την πολύ μικρότερη ενός tweeter (πρίμο),
ή μίας μπάσας χορδής με μία πρίμα, η διαφορά γίνεται εμφανής.
2. Το ανθρώπινο αυτί είναι πολύ πιο «αναίσθητο» στα μπάσα
απ’ ότι στα πρίμα, οπότε χρειάζεται πολύ μεγαλύτερο πλάτος ταλάντωσης από τις
μπάσες ηχητικές συσκευές σε σχέση με τις πρίμες, για να παραχθεί το ίδιο
ακουστικό αποτέλεσμα. Η αργή, μεγάλου πλάτους ταλάντωση του κώνου ενός woofer, είναι
χαρακτηριστική.
Από την άλλη πλευρά, τα μπάσα άπαξ και παραχθούν δεν
απορροφώνται εύκολα από τον αέρα, σε αντίθεση με τα πρίμα που απορροφώνται
πολύ περισσότερο. Επιπλέον τα μπάσα «παρακάμπτουν» εμπόδια, ενώ τα πρίμα
«σκοντάφτουν» επάνω τους και εξασθενούν. Γι’ αυτό από τις μακρινές βροντές
ακούμε μόνο το μπάσο του ήχου τους, τα ραδιοφωνικά κύματα τα λαμβάνουμε
πρακτικά παντού, ενώ τα τηλεοπτικά που είναι μεγαλύτερης συχνότητας χρειάζονται
«οπτική επαφή», όπως εξάλλου και το ίδιο το φως.
Μάλιστα τα όρια των οπτικών μικροσκοπίων προκύπτουν από
το γεγονός ότι το φως δεν εμποδίζεται αλλά παρακάμπτει τα αντικείμενα με μέγεθος μικρότερο από το μήκος κύματος του,
με αποτέλεσμα τα πολύ μικρά αντικείμενα να γίνονται αόρατα. Η μέθοδος λοιπόν που εφαρμόζεται για να
ξεπεράσουμε αυτό το πρόβλημα είναι να «φωτίσουμε» τα πολύ μικρά αυτά
αντικείμενα με ηλεκτρομαγνητικά κύματα ακόμα μικρότερου μήκους κύματος από το
φως, όπως οι ακτίνες Χ ή οι δέσμες ηλεκτρονίων.
67. Ταχύτητα
τροχιάς και ταχύτητα διαφυγής (σχετικό είναι επίσης και το θέμα Νο 96).
Συχνά γίνεται σύγχυση μεταξύ ταχύτητας τροχιάς και
ταχύτητας διαφυγής. Η ταχύτητα τροχιάς είναι η ταχύτητα που χρειάζεται ένα
διαστημόπλοιο για να παραμείνει σε τροχιά γύρω από ένα ουράνιο σώμα. συνήθως βέβαια
αναφερόμαστε στη Γη.
Ενώ η ταχύτητα διαφυγής είναι η αρχική ταχύτητα που
απαιτείται ώστε ένα διαστημόπλοιο να ξεφύγει από την έλξη ενός ουράνιου σώματος
και να κινηθεί στο διάστημα. Υπόψη ότι μιλάμε για αρχική ταχύτητα όπως στην
περίπτωση ενός βλήματος κανονιού (και χωρίς να ληφθεί υπόψη η αντίσταση της
ατμόσφαιρας) και όχι για την περίπτωση ενός πυραύλου όπου η ταχύτητα αυξάνεται
προοδευτικά, επειδή στη δεύτερη περίπτωση η απαιτούμενη τελική ταχύτητα
διαφυγής εξαρτάται από το ύψος που θα βρεθεί, όταν σταματήσει η προώθησή του.
Τυπικές τροχιές και αντίστοιχες γραμμικές ταχύτητες, από την ελάχιστη κυκλική μέχρι την τροχιά διαφυγής.
Έτσι, ενώ η ταχύτητα διαφυγής είναι συγκεκριμένη (για τη
Γη είναι 11.2 km/s), η ταχύτητα τροχιάς εξαρτάται από το ύψος της. Για τη χαμηλότερη πρακτικά τροχιά, σε ύψος περίπου 350 km πάνω από
την επιφάνεια της Γης απαιτείται ταχύτητα 7.7 km/s*, ενώ όσο
η τροχιά γίνεται ψηλότερη η ταχύτητα αυτή μειώνεται. για παράδειγμα οι γεωστατικοί τηλεπικοινωνιακοί
δορυφόροι σε ύψος 36.000 km από την επιφάνεια της Γης κινούνται με ταχύτητα 3.3 km/s (βλ και πίνακα στο θέμα Νο 96).
Για σύγκριση, η ταχύτητα διαφυγής στη Σελήνη είναι 2.4 km/s, ενώ τα διαστημόπλοια Apollo παρέμεναν σε τροχιά γύρω της σε ύψος 110 km, με ταχύτητα 1.6 km/s.
Επίσης για σύγκριση, η ταχύτητα διαφυγής από το Ηλιακό Σύστημα είναι περίπου 18 km/s, ενώ περιέργως, για να φθάσει ένα διαστημόπλοιο στον Ήλιο θα χρειάζονταν ακόμα μεγαλύτερη αρχική ταχύτητα! Και μάλιστα πολύ περισσότερη ενέργεια, αν συνυπολογίσουμε και το αναγκαίο "φρενάρισμα" στο τέλος.
Για την ιστορία, η ταχύτητα των Apollo** μειώνονταν μέχρι τα 2.2 km/s στο σημείο της διαδρομής προς τη Σελήνη όπου η βαρύτητα της τελευταίας άρχιζε να υπερτερεί, ενώ λίγο πριν την επανείσοδο στην τροχιά της Γης μετά την εκτέλεση της αποστολής, η ταχύτητα είχε ανέβει πάλι κοντά στην ταχύτητα διαφυγής. Υπόψην ότι οι ταχύτητες είχαν επιλεγεί έτσι ώστε η αποστολή να εκτελεστεί σε εύλογο χρονικό διάστημα, αλλά και με τη μικρότερη δαπάνη καυσίμων τόσο για την επιτάχυνση όσο και για την επιβράδυνση των διαστημοπλοίων.
Μια παραστατική εικόνα μπορεί να μας δώσει η παραπάνω απεικόνιση, όπου το βαρυτικό πεδίο Γης και Σελήνης παριστάνεται σαν δύο πηγάδια (κόκκινη γραμμή), οπότε το διαστημόπλοιο πρέπει απλά να έχει αρκετή ταχύτητα ώστε να ξεπεράσει την "καμπούρα" πριν "κατρακυλήσει" προς τη Σελήνη.
*Θεωρητικά 8 km/s
λίγο επάνω από την επιφάνεια της Γης, αν δεν υπήρχε η ατμόσφαιρα, καθώς η ταχύτητας
διαφυγής σε οποιουδήποτε ουράνιο σώμα είναι ίση με την ταχύτητα χαμηλής τροχιάς
επί την τετραγωνική ρίζα του 2.
**Η αρχική ταχύτητα (10.4 km/s) ήταν λίγο χαμηλότερη από την ταχύτητα διαφυγής, ώστε το διαστημόπλοιο να μπει σε μια πολύ ελλειπτική τροχιά (βλέπε και παρακάτω) που θα έφθανε μέχρι σ' ένα σημείο που υπερτερεί η βαρύτητα της Σελήνης.
Παρά τη μικρότερη ταχύτητα όμως, για την ψηλότερη τροχιά χρειάζεται
περισσότερη συνολική ενέργεια (δηλαδή μεγαλύτερο πύραυλο), επειδή τα διαστημόπλοια θα πρέπει να μετακινηθούν σε μεγαλύτερη απόσταση ενάντια
στη έλξη της βαρύτητας της Γης, κάτι που «μετράει» περισσότερο από τη μείωση
της ταχύτητας. Στην ακραία περίπτωση, σε πολύ μεγάλη απόσταση από τη Γη, η
ταχύτητα τροχιάς θα ήταν μηδενική, αφού ουσιαστικά ο δορυφόρος θα ήταν εκτός
της βαρύτητας της Γης (κάτι που πρακτικά συμβαίνει 1.5 εκατομμύριο χιλιόμετρα από την επιφάνεια της Γης (σφαίρα του Hill, βλέπε και θέμα Νο 24).
Η δυναμική (κόκκινη), κινητική (κίτρινη) και συνολική (μπλε) ενέργειες, που απαιτούνται για να τεθεί σε τροχιά ένας δορυφόρος γύρω από τη Γη, ανά kg μάζας του και σε υψόμετρο από 300km μέχρι 40.000km.
Αν λοιπόν ένα διαστημόπλοιο βρεθεί με ταχύτητα μεγαλύτερη
της απαιτούμενης για τη δεδομένη τροχιά του (όπως αν ενεργοποιήσει τους
προωθητές του) αλλά μικρότερη της ταχύτητας διαφυγής, θα ανεβάσει το επίπεδο
της τροχιάς του χάνοντας ταυτόχρονα ταχύτητα, μέχρι να ισορροπήσει σε
μία νέα ψηλότερη τροχιά*. Αντίθετα αν στην τροχιά που βρίσκεται χάνει ταχύτητα
(κάτι που συμβαίνει βαθμιαία στους δορυφόρους χαμηλής τροχιάς, επειδή εκεί
υπάρχουν ακόμα μόρια της ατμόσφαιρας) το ύψος της τροχιάς θα μειώνεται μέχρι να συναντήσει πυκνότερη ατμόσφαιρα (σε υψόμετρο περίπου 250 km), οπότε θα χάσει σχετικά απότομα σημαντική ενέργεια και ταχύτητα μέχρι τελικά να αναφλεγεί από την τριβή (ουσιαστικά από τη συμπίεση του αέρα)**. Αυτός είναι και ο τρόπος για να επιστρέψουν τα διαστημόπλοια στη Γη χωρίς να καούν (πολύ), "φρενάροντας" αρχικά την ταχύτητά τους με τους πυραυλοκινητήρες τους (βλ εικόνα κάτω).
Η επιβράδυνση του διαστημοπλοίου για την ελεγχόμενη επιστροφή του στη Γη δεν γίνεται "μια και έξω", αλλά σε δύο φάσεις, ώστε να υπάρχει περιθώριο ψύξης της θερμικής ασπίδας του καθώς και ενδεχόμενης διόρθωσης της πορείας του.
Φυσικά στα διαστημόπλοια που προορίζονται να κινηθούν στο
Διάστημα (εκτός τροχιάς γύρω από τη Γη) δίνεται ταχύτητα αρκετά μεγαλύτερη της ταχύτητας διαφυγής, ώστε να
«περισσέψει» και αρκετή για να εκτελέσουν την αποστολή τους σε εύλογο χρόνο.
*
Αυτό δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται, καθώς η αύξηση της ταχύτητας θα κάνει την κυκλική τροχιά αρχικά ελλειπτική. Το απόγειο της ελλειπτικής τροχιάς θα έχει υπολογιστεί να βρίσκεται στο ύψος της νέας τροχιάς. Καθώς λοιπόν το διαστημόπλοιο θα βρίσκεται στο απόγειο, μία ακόμα ενεργοποίηση των προωθητών του θα μετατρέψει την ελλειπτική τροχιά σε κυκλική, αλλά πλέον στο νέο υψόμετρο. Δεν είναι τυχαία η έκφραση "rocket science" για κάτι πολύ δυσνόητο! Η εικόνα κάτω δείχνει ακριβώς αυτή τη διαδικασία, που είναι γνωστή και σαν "μετάβαση Hohmann" (μαύρα βέλη). Παρόμοια, το χαμήλωμα σε κυκλική τροχιά γίνεται με δύο αντίστοιχα "φρεναρίσματα". **H "επιστροφή" του σοβιετικού (αρχικά) Kosmos 482 (εικόνα επάνω), που είχε προορισμό τον πλανήτη Αφροδίτη, αλλά μία δυσλειτουργία του πυραύλου του το άφησε σε ελλειπτική γήινη τροχιά για πάνω από 50 χρόνια. Χάνοντας βαθμιαία ύψος, στις 10 Μαΐου του 2025 άρχισε να καίγεται στην ατμόσφαιρα με τα υπολείμματά του να πέφτουν στον Ινδικό ωκεανό την ίδια ημέρα. Η εικόνα δείχνει την έντονη μείωση της ταχύτητάς του σ' αυτή την τελική φάση.
ΥΓ1. Η ταχύτητα διαφυγής είναι ένα σχετικά εύκολα υπολογίσιμο νούμερο. Όμως ένα άλλο θέμα είναι το πώς αναπτύσσεται αυτή η ταχύτητα. Εδώ υπάρχει ένας περιορισμός. Το βάρος ενός πυραύλου αποτελείται κυρίως από καύσιμο για να μπορέσει να αναπτύξει αυτήν την ταχύτητα. Όμως τα υγρά ή υγροποιημένα καύσιμα που χρησιμοποιούνται έχουν σημαντικό βάρος και αν η βαρύτητα της Γης ήταν 10% μεγαλύτερη, το επιπλέον καύσιμο που θα χρειάζονταν δεν θα επέτρεπε την ανάπτυξη ταχύτητας διαφυγής.
68. Οι καμινάδες που
πέφτουν και οι μαύρες τρύπες.
Οι καμινάδες που πέφτουν (από τη βάση τους), σπάνε. Και
πού είναι το περίεργο θα πει κάποιος. Το θέμα είναι ότι σπάνε πριν
χτυπήσουν στο έδαφος. Ο λόγος είναι ότι καθώς πέφτει η καμινάδα, τα τμήματα τα
πιο απομακρυσμένα από τη βάση διαγράφουν στον ίδιο χρόνο μεγαλύτερο τόξο από τα
τμήματα τα κοντινότερα στη βάση της. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τα πιο ψηλά
τμήματα να υφίστανται μεγαλύτερη επιτάχυνση από τα χαμηλότερα, με συνέπεια η
καμινάδα να δέχεται πλευρικές διατμητικές δυνάμεις που τη σπάνε πριν καν
αγγίξει στο έδαφος.
Και τι σχέση έχει αυτό με τη μαύρη τρύπα; Στη μαύρη
τρύπα, η βάθμωση της βαρύτητας (δηλαδή η διαφοροποίηση της ισχύος του βαρυτικού
πεδίου σε διαφορετικά σημεία) είναι τόσο ισχυρή, που ένας (άτυχος) αστροναύτης
που θα έφτανε μέχρι εκεί κυριολεκτικά θα διαρρηγνύονταν από τις άνισες δυνάμεις
που θα εφαρμόζονταν στο σώμα του (σαν συνέπεια των διαφορετικών τιμών της
επιτάχυνσης της βαρύτητας), κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτό που συμβαίνει στην
καμινάδα.
Έτσι είναι φανερό, ότι ένας άνθρωπος θα μπορούσε να
αντέξει άνετα οσοδήποτε ισχυρή επιτάχυνση, με την προϋπόθεση ότι είναι βαρυτική
(δηλαδή ασκείται σε όλα τα άτομα του σώματός του) και είναι ομοιογενής. (Βλέπε και θέμα Νο 80).
69. Όταν δύο γάστρες πλοίου έχουν μικρότερη αντίσταση από μία.
Τα
τελευταία χρόνια, τα μεγάλα καταμαράν επικρατούν στις ακτοπλοϊκές μεταφορές
εξαιτίας της μεγαλύτερης ταχύτητάς τους. Βέβαια οι ιστιοπλόοι αυτό το γνώριζαν
από παλιά, ότι δηλαδή τα ιστιοπλοϊκά καταμαράν είναι ασυναγώνιστα σε ταχύτητα
σε σχέση με τα κλασικά σκάφη αντίστοιχου μεγέθους.
Σε
ορισμένες πλεύσεις μάλιστα, μπορούν να ξεπεράσουν σε ταχύτητα ακόμα και τον
αέρα που τα κινεί! (Βλ και θέμα Νο 64).
Η ταχύτητα των καταμαράν οφείλεται στο γεγονός ότι μια
γάστρα εκτοπίσματος (δηλαδή που δεν μειώνεται ο βυθισμένος όγκος της με την αύξηση της ταχύτητας, σε αντίθεση με τις γάστρες πλαναρίσματος των ταχύπλοων) έχει μια πρακτικά
μέγιστη ταχύτητα που εξαρτάται σημαντικά από τον λόγο μήκους προς το πλάτος
της.
Έτσι οι δύο γάστρες του καταμαράν εξαιτίας που πολύ
«στενόμακρου» σχήματός τους, συνολικά έχουν μικρότερη αντίσταση από τη μοναδική γάστρα ενός κλασικού σκάφους ίσου μήκους.
70. Όταν οι
πολλοί στρόβιλοι είναι καλύτεροι από τον έναν.
Ο στροβιλισμός στα ρευστά (υγρά ή αέρια) σημαίνει
απώλειες και πρέπει να αποφεύγεται όσο είναι δυνατόν. Ο στροβιλισμός όμως
παράγεται αναπόφευκτα από την κίνηση ενός ρευστού σε επαφή με τα τοιχώματα ενός
αγωγού είτε από την κίνηση ενός σώματος μέσα στο ρευστό, εφόσον ξεπεραστεί μια
κρίσιμη ταχύτητα. Φυσικά το σχήμα του αντικειμένου έχει πολύ μεγάλη σημασία,
γι’ αυτό συνήθως τα σχήματα για κίνηση μέσα σε ρευστά είναι τα γνωστά
υδροδυναμικά ή αεροδυναμικά (όσο οι πρακτικοί περιορισμοί το επιτρέπουν), με
στόχο να καθυστερήσει όσο το δυνατόν η εμφάνιση στροβίλων, καθώς η ταχύτητα
αυξάνεται.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου επιδιώκεται η
δημιουργία πολλών μικρών στροβίλων ώστε να καθυστερήσει η εμφάνιση ενός
μεγαλύτερου, που θα προκαλούσε μεγαλύτερη αντίσταση στην κίνηση του σώματος, ή θα
δημιουργούσε κραδασμούς.
Τέτοια παραδείγματα είναι οι μικρές προεξοχές σε ορισμένα
σημεία στις πτέρυγες κάποιων αεροσκαφών (vortex generators), η ελικοειδής
ταινία γύρω από καμινάδες ή σωληνώσεις
εκτεθειμένες σε δυνατό άνεμο, τα «λακκάκια» στα μπαλάκια του γκολφ (προέκυψαν
από την παρατήρηση ότι τα «γραντζουνισμένα» μπαλάκια έφταναν μακρύτερα), και η επένδυση
με μικροπροεξοχές σε γάστρες ιστιοπλοϊκών σκαφών και στολές κολυμβητών.
Μία άλλη εφαρμογή της ίδιας αρχής, ήταν στα αερόφρενα των παλιών (Β'ΠΠ) βομβαρδιστικών κάθετης εφόρμησης (εικόνα κάτω), που είχαν πολλές μεγάλες ή μικρότερες τρύπες. Τα αερόφρενα άνοιγαν για να μην αυξάνεται υπερβολικά η ταχύτητα κατά τη σχεδόν κάθετη βύθιση.
Όμως, ειδικά αν τα αερόφρενα ήταν μεγάλα, εάν δεν είχαν τις τρύπες θα δημιουργούσαν ένα ισχυρό στρόβιλο πίσω τους που θα καταπονούσε την κατασκευή με κραδασμούς και ταλαντώσεις, και επιπλέον ο στρόβιλος φτάνοντας μέχρι τα πτερύγια της ουράς θα μείωνε την ικανότητα διατήρησης σταθερής πορείας και σκόπευσης κατά τη βύθιση.
Οι τρύπες, δημιουργούσαν πολλούς μικρότερους στροβίλους που δεν μείωναν ουσιαστικά την ικανότητα "φρεναρίσματος", αλλά επειδή οι στρόβιλοι αυτοί ήταν τυχαίοι και όχι συγχρονισμένοι, οι εγκάρσιες δυνάμεις που ασκούσαν επάνω στο αερόφρενο (και κατά συνέπεια και επάνω στο αεροσκάφος) σε μεγάλο ποσοστό αλληλοεξουδετερόνονταν, και επίσης αποφεύγονταν η δημιουργία ενός μεγάλου στροβίλου που θα επηρέαζε την ουρά.
71. Πόσο μεγάλο
είναι το Σύμπαν; Είναι
γνωστό ότι το Σύμπαν είναι ηλικίας περίπου 14 δισεκατομμυρίων ετών. Ποιες είναι
όμως οι διαστάσεις του;
Εδώ θα
πρέπει να διευκρινίσουμε ότι μπορούμε να μιλάμε μόνο για το ορατό Σύμπαν,
δηλαδή μέχρι εκεί που μπορούμε να δούμε με τα ισχυρότερα οπτικά και ραδιο-τηλεσκόπιά μας (και να
κάνουμε και κάποιους υπολογισμούς, βλ παρακάτω).
Από τα
πιο απομακρυσμένα σημεία του Σύμπαντος (δηλαδή από τους πιο απομακρυσμένους
γαλαξίες), το φως που φτάνει σ’ εμάς ξεκίνησε να έρχεται πριν από 13,4 δισεκατομμύρια χρόνια, ενώ "λίγο" μακρύτερα στα 13.8 δισεκατομμύρια χρόνια, ανιχνεύθηκε η ακτινοβολία "υποβάθρου", κατάλοιπο της Μεγάλης Έκρηξης. Επειδή όμως το Σύμπαν συνεχώς διαστέλλεται και μάλιστα
επιταχυνόμενα (περισσότερα γι’ αυτό παρακάτω), οι γαλαξίες αυτοί έχουν στο
μεταξύ απομακρυνθεί πολύ περισσότερο, με αποτέλεσμα να υπολογίζεται ότι σήμερα βρίσκονται σε
απόσταση γύρω στα 46.5 δισεκατομμύρια έτη φωτός* από τη Γη, δίνοντας μία
διάμετρο** στο ορατό Σύμπαν (συνυπολογίζοντας και την στο μεταξύ διαστολή του)
γύρω στα 93 δισεκατομμύρια έτη φωτός.
Όμως δεν θα πρέπει να σκεφτούμε ότι η Γη βρίσκεται στο κέντρο του Σύμπαντος, αλλά θα
πρέπει να φανταστούμε το Σύμπαν σαν ένα μπαλόνι που φουσκώνει (οι Άγγλοι
χρησιμοποιούν το παράδειγμα της πουτίγκας με σταφίδες που φουσκώνει στον φούρνο, κάτι που δίνει και 3η διάσταση στο παράδειγμα)
και τους γαλαξίες σαν σημάδια επάνω στην επιφάνειά του.
Καθώς
λοιπόν οι διαστάσεις του μπαλονιού αυξάνονται, όλα τα σημεία απομακρύνονται
μεταξύ τους, αλλά απομακρύνονται και από οποιοδήποτε σημείο θα θελήσουμε να
θεωρήσουμε σαν κέντρο.
Όπως προαναφέρθηκε
όμως, η διαστολή αυτή είναι επιταχυνόμενη, με την έννοια ότι οι πιο
απομακρυσμένοι γαλαξίες απομακρύνονται ταχύτερα από τους κοντινότερους.
Αυτό
συμβαίνει επειδή κάθε γαλαξίας απομακρύνεται από τους γειτονικούς του με
περίπου την ίδια ταχύτητα, ας την ονομάσουμε α.
Οπότε,
όσο μακρύτερα βρίσκεται ένας γαλαξίας από εμάς (το συμβατικό κέντρο του
Σύμπαντος όπως προαναφέρθηκε), τόσοι περισσότεροι γαλαξίες παρεμβάλλονται, και
κάθε γαλαξίας απομακρύνεται με ταχύτητα α επί τον αριθμό των ενδιάμεσων γαλαξιών.
Τώρα το γιατί το Σύμπαν διαστέλλεται, έχει να κάνει με τεράστιες απωστικές δυνάμεις που δρουν επάνω στους γαλαξίες αντίθετα με τη βαρύτητα. Γι' αυτό η ενέργεια πίσω από αυτές τις δυνάμεις ονομάζεται "σκοτεινή ενέργεια" για να υποδηλώσει ακριβώς την άγνοιά μας σχετικά με τη φύση της.***
*Το έτος
φωτός είναι μήκος (η απόσταση που διατρέχει το φως σε ένα έτος).
**Θεωρώντας
το συμβατικά σφαιρικό με κέντρο τη Γη, κάτι που φυσικά (ειδικά το δεύτερο) δεν ισχύει στην πραγματικότητα.
***Σε αντίθεση η "σκοτεινή ύλη", αν και εξίσου άγνωστη με τη "σκοτεινή ενέργεια", δρα όπως η βαρύτητα αλλά περιορίζει τη δράση της μέσα στους ίδιους τους γαλαξίες.
72. Ψυχρή συγκόλληση μετάλλων στο Διάστημα.
Αν και στην πράξη το φαινόμενο αυτό είναι σπάνιο, καθώς θα πρέπει να συμπέσουν πολλές κατάλληλες συνθήκες (μάλλον ακατάλληλες, αφού το φαινόμενο είναι ανεπιθύμητο), στη θεωρία μπορεί να συμβεί, και σε μία τουλάχιστον περίπτωση μια δυσλειτουργία του συστήματος ξεδιπλώματος μιας κεραίας διαστημοπλοίου αποδόθηκε σ’ αυτό.
Πρόκειται για την αυτογενή συγκόλληση που μπορεί να συμβεί, αν δύο απόλυτα καθαρές και πολύ λείες επιφάνειες από το ίδιο μέταλλο έλθουν σε επαφή και πιεστούν μεταξύ τους με αρκετή δύναμη. Τότε τα άτομα στις δύο επιφάνειες προσεγγίζουν τόσο πολύ μεταξύ τους, που αποκτούν «συνέχεια», συμπεριφέρονται δηλαδή πια σαν να πρόκειται για ενιαίο υλικό. Ο χώρος του Διαστήματος εξασφαλίζει την προϋπόθεση της απόλυτης καθαρότητας, καθώς οι δύο επιφάνειες θα πρέπει να είναι απαλλαγμένες από κάθε ίχνος υλικού ξένου προς το καθαρό μέταλλο και βέβαια όλα τα μέταλλα στη Γη αναπτύσσουν ταχύτατα ένα αόρατο επιφανειακό στρώμα οξείδωσης.
Προφανώς, για να συμβεί η ψυχρή συγκόλληση στο Διάστημα τα υλικά θα πρέπει να καθαριστούν
αφού μεταφερθούν στο Διάστημα και αφού προηγουμένως (στη Γη) έχουν υποστεί κατεργασία ώστε να αποκτήσουν τελείως επίπεδες και λείες επιφάνειες. Επιπλέον, θα πρέπει να εξασφαλιστεί ότι οι κρύσταλλοι των μετάλλων στην επιφάνεια επαφής θα έχουν τον ίδιο προσανατολισμό. Από τα παραπάνω, είναι φανερό ότι το πρόβλημα είναι περισσότερο θεωρητικό παρά ουσιαστικό, αλλά όταν ρισκάρονται εκατομμύρια δολάρια σε μια διαστημική αποστολή και ίσως και ανθρώπινες ζωές, τίποτα δεν πρέπει να αφήνεται στην τύχη του.
73. Πηγή τάσης
και πηγή ρεύματος.
Μία πηγή
τάσης είναι η συνηθισμένη μπαταρία και επίσης το οικιακό δίκτυο του ηλεκτρικού
ρεύματος. Σε μία πηγή τάσης, η ένταση που θα διατρέξει το κύκλωμα εξαρτάται από
τη συνολική αντίσταση που παρεμβάλλεται στο κύκλωμα, σύμφωνα με τον πολύ γνωστό
τύπο του νόμου του Ωμ: I = V / R.
Υπάρχει όμως
και η πηγή ρεύματος, πολύ λιγότερο συνηθισμένη, όπου η ένταση του ρεύματος δεν
εξαρτάται πρακτικά από το φορτίο, η πτώση τάσης στα άκρα του όμως δίνεται πάλι
από τον νόμο του Ωμ: V = I X R.
Ένα
παράδειγμα πηγής ρεύματος είναι οι μετασχηματιστές μέτρησης έντασης, στην ουσία μετασχηματιστές πολύ μικρής ισχύος που στο
πρωτεύον τους έχουν μόνον μερικές σπείρες ή και μόνο μία (στην τελευταία
περίπτωση αυτό σημαίνει μια τρύπα από την οποία διέρχεται το καλώδιο του προς μέτρηση
κυκλώματος), αλλά πάρα πολλές σπείρες στο δευτερεύον.
Το
ενδιαφέρον είναι ότι τα χαρακτηριστικά της πηγής ρεύματος είναι «ανάποδα» σε
σχέση με αυτά της πηγής τάσης. Δηλαδή ενώ η πηγή τάσης κινδυνεύει να
καταστραφεί από υπερένταση όταν βραχυκυκλώσουμε την έξοδό της (ή το δευτερεύον
κύκλωμα στην περίπτωση ενός μετασχηματιστή τάσης), ένας μετασχηματιστής έντασης κινδυνεύει να
καταστραφεί από υπέρταση όταν τα άκρα του δευτερεύοντος μείνουν ανοικτά. Γι’
αυτό τα άκρα του δευτερεύοντος σ’ έναν μετασχηματιστή έντασης πρέπει να
βραχυκυκλώνονται, όταν δεν υπάρχει κάποιο όργανο συνδεδεμένο σ’ αυτά.
Άλλο
χαρακτηριστικό είναι ότι η μια πηγής τάσης είναι τόσο καλύτερη όσο μικρότερη
είναι η (σε σειρά) εσωτερική της αντίσταση, ενώ το αντίθετο, δηλαδή τόσο καλύτερη όσο μεγαλύτερη είναι η (παράλληλη) εσωτερική της αντίσταση, ισχύει για την πηγή έντασης.
Πάντως
υπάρχει μία τουλάχιστον περίπτωση που θέλουμε μία πηγή τάσης να αντέχει και σε
βραχυκύκλωμα και αυτή είναι η κλασική μηχανή ηλεκτροσυγκόλλησης, που αποκτά όμως
αυτό το χαρακτηριστικό με ειδική σχεδίαση του πυρήνα του μετασχηματιστή της ώστε
να αποκτήσει μεγάλη επαγωγική αντίσταση.
74. To μαύρο ταιριάζει στα ψυγεία και στα καλοριφέρ.

Όχι στα
ψυγεία που έχουμε στην κουζίνα, αλλά στις μεταλλικές επιφάνειες που χρησιμοποιούμε
για να ακτινοβολούν θερμότητα. Φυσικά ή έννοια «ψυγείο» ή «θερμαντικό σώμα»
έχει σχέση με την κατεύθυνση που ρέει η θερμότητα ως προς το σημείο που μας ενδιαφέρει.
Για παράδειγμα, ένα ψυγείο αυτοκινήτου
μεταφέρει θερμότητα από το νερό της μηχανής στην ατμόσφαιρα, ενώ το θερμαντικό
σώμα του καλοριφέρ του αυτοκινήτου, ίδιο κατά τα άλλα με το ψυγείο της μηχανής
(εκτός από το μέγεθος), μεταφέρει θερμότητα από τη μηχανή στην καμπίνα του
αυτοκινήτου.
Η
μεταφορά θερμότητας από τα ψυγεία στον αέρα, γίνεται με δύο τρόπους: Με μεταφορά
(εξαιτίας της επαφής της θερμής επιφάνειας με τα μόρια του αέρα), και με ακτινοβολία.
Ειδικά ο δεύτερος τρόπος επηρεάζεται από το χρώμα της πλευράς που ακτινοβολεί (προς
τον αέρα), και όσο πιο σκούρα είναι τόσο περισσότερο ακτινοβολεί. Έτσι, το
καλύτερο χρώμα για τη μετάδοση θερμότητας προς τον αέρα είναι το μαύρο και
ειδικά το ματ. Προφανώς, δεν είναι καλή ιδέα να βάψουμε μαύρα τα σώματα του
καλοριφέρ στο σπίτι για να βελτιώσουμε τη θερμική τους απόδοση, αλλά όπου δεν τίθεται
θέμα αισθητικής αυτή είναι η καλύτερη λύση (υπάρχουν βέβαια και οι "προχωρημένες" διακοσμητικές λύσεις, όπως της εικόνας). Από την άλλη μεριά, το στρώμα της μπογιάς πρέπει
να είναι όσο το δυνατόν λεπτότερο, ώστε να μην χάσουμε το πλεονέκτημα του
σκούρου χρώματος, από τις (αναπόφευκτες) θερμικές μονωτικές ιδιότητες της μπογιάς.
Αντίστοιχα,
και αυτό γίνεται πιο εύκολα αντιληπτό, οι μαύρες ματ επιφάνειες θερμαίνονται περισσότερο,
ειδικά εκτεθειμένες στον ήλιο που τις θερμαίνει αποκλειστικά με ακτινοβολία, γι’
αυτό και η μόδα των μαύρων ματ αυτοκινήτων δεν είναι καλή ιδέα, τουλάχιστον
στην Ελλάδα.
ΥΓ Πρόσφατα (δεκαετία του 2020), έχουν αναπτυχθεί επικαλύψεις με χρήση συνήθως νανοτεχνολογίας, είτε πολύ αντανακλαστικές (πιο άσπρες από τις άσπρες!) για χρήση πχ σε βαφές αυτοκινήτου, είτε πολύ απορροφητικές (πιο μαύρες και από την κόλαση!). Μάλιστα η τεχνολογία αυτή έχει και εφαρμογή σε οικοδομικά υλικά που διατηρούνται σαφώς πιο ψυχρά από το περιβάλλον, επειδή εκπέμπουν την θερμική ακτινοβολία που δέχονται από τον ήλιο σε τέτοια ζώνη συχνοτήτων που διαπερνά εύκολα τον αέρα, τα σύννεφα και το διοξείδιο του άνθρακα (αυτό που δημιουργεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου), και αντινοβολείται πίσω στο Διάστημα. Ενδιαφέρον σχετικό άρθρο: https://xaidarisimera.gr/kafsones/?unapproved=243367&moderation-hash=0218d1ee50296f12d5bb321de5e0bfe9#comment-243367
75. Η στροφορμή του/της πατινέρ.
Ένα από
τα (φαινομενικά) παράδοξα της Μηχανικής (ένα άλλο είναι η συμπεριφορά του γυροσκοπίου),
είναι τα φαινόμενα που προκύπτουν από την αρχή της διατήρησης της στροφορμής.
Το πιο γνωστό και εντυπωσιακό παράδειγμα έχει να κάνει με την ταχύτητα της επί
τόπου περιστροφή ενός πατινέρ στον πάγο, η οποία, από τη στιγμή που έχει δοθεί
η αρχική φόρα, μειώνεται όταν ο πατινέρ απλώσει τα χέρια ή το πόδι του, ή
σκύψει, ενώ αντίθετα (που είναι και το πιο εντυπωσιακό), επιταχύνεται αν
μαζέψει τα άκρα του και ανορθωθεί.
Φυσικά,
το αποτέλεσμα δικαιολογείται εύκολα από το θεώρημα διατήρησης της στροφορμής
(αντίστοιχο με αυτό της διατήρησης της ορμής, αλλά για την περιστροφή), υπάρχει
όμως ένας απλός τρόπος να καταλάβουμε καλύτερα το φυσικό φαινόμενο.
Ας φανταστούμε
ένα άτομο που κάθεται σ’ ένα περιστρεφόμενο σκαμπό χωρίς τριβές, και κρατά δύο
βαρείς (σε σχέση με το δικό του βάρος) αλτήρες, με τα χέρια του μαζεμένα.
Ας υποθέσουμε
τώρα, ότι καθώς περιστρέφεται με αρχικά σταθερή ταχύτητα, ανοίγει τα χέρια του.
Φυσικά γνωρίζουμε ότι η περιστροφή του θα επιβραδυνθεί. Για να καταλάβουμε όμως
πώς συνέβη αυτό (πέρα από τους μαθηματικούς τύπους), ας σκεφτούμε ότι ο κάθε
αλτήρας καθώς περιστρέφονταν κοντά στο σώμα του ατόμου είχε μία γραμμική ταχύτητα.
Καθώς το χέρι απλώνεται, ο αλτήρας εξαιτίας της αδράνειας, θέλει προφανώς να
διατηρήσει τη γραμμική του ταχύτητα. Η ίδια γραμμική ταχύτητα όμως σε
μεγαλύτερη διάμετρο, σημαίνει μικρότερη γωνιακή ταχύτητα, δηλαδή μικρότερη
ταχύτητα περιστροφής, και βέβαια μέσω του χεριού επηρεάζει όλο το
περιστρεφόμενο σύστημα.
Το
αντίστροφο φυσικά θα συμβεί, όταν ο αθλητής μαζέψει τα χέρια του.
Αντίστοιχο
φαινόμενο προκαλεί τις καμπύλες τροχιές, που αποδίδονται στις δυνάμεις
Coriolis (βλ και θέμα Νο 15).
76. Η χαμένη τέχνη του λογαριθμικού κανόνα.
Ο
λογαριθμικός κανόνας ήταν το «κομπιουτεράκι» για τους πολλαπλασιασμούς και
διαιρέσεις των μηχανικών, από τις αρχές του 17ου αιώνα που
εφευρέθηκε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, οπότε αντικαταστάθηκε
σταδιακά από τα ηλεκτρονικά κομπιουτεράκια.
Και
αναφέρουμε ειδικά τους μηχανικούς, επειδή οι υπολογισμοί τους συνήθως δεν
απαιτούν υψηλή ακρίβεια, κάτι που ο λογαριθμικός κανόνας δεν μπορεί να
προσφέρει, μια και στις μηχανικές εφαρμογές εφαρμόζονται σχεδόν πάντοτε και
σημαντικοί συντελεστές ασφαλείας.
Σαν
κατασκευή, ο κανόνας αποτελείται από δύο ολισθαίνοντα ξύλινα ή πλαστικά
τμήματα, που επάνω στο καθένα είναι χαραγμένοι οι αριθμοί από το 1 έως το 10 (και σε άλλη θέση από το 1 έως το 100), όπως περίπου σ’ ένα χάρακα αλλά με μια
σημαντική διαφορά. Οι αποστάσεις των αριθμών βρίσκονται σε λογαριθμική σχέση,
για παράδειγμα οι αριθμοί από το 1 έως το 10 δεν ισαπέχουν μεταξύ τους αλλά
μοιάζουν να «συμπιέζονται» όσο πλησιάζουν το 10. Αυτές που ισαπέχουν είναι οι
δυνάμεις του δέκα, δηλαδή οι αριθμοί 1, 10, 100, 1000 κλπ που οι δεκαδικοί τους
λογάριθμοι είναι αντίστοιχα 0, 1, 2, 3 κλπ.
Βάζοντας
λοιπόν τα δύο ολισθαίνοντα τμήματα του κανόνα έτσι ώστε οι αριθμοί που θέλουμε
να πολλαπλασιάσουμε να είναι ο ένας στη συνέχεια του άλλου (δηλαδή να
προστίθενται) και διαβάζοντας τη συνολική ένδειξη, έχουμε το αποτέλεσμα του
πολλαπλασιασμού τους, σύμφωνα με την αρχή: loga +
logb = log(ab).
77. Η Γη αδυνατίζει!
Είναι γνωστό ότι η Γη δέχεται συνεχώς
«βομβαρδισμό» από μετεωρίτες και
άλλα μετέωρα, άρα θα υπέθετε κάποιος ότι το «βάρος» της θα έπρεπε να αυξάνεται,
έστω και κατά λίγο.
Κατ’ αρχήν, είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για
«βάρος» στην περίπτωση της Γης, αλλά για μάζα. Η μάζα της Γης πράγματι
αυξάνεται κατά περίπου 50.000 τόνους υλικού που δέχεται από το Διάστημα κάθε
χρόνο, αλλά ταυτόχρονα χάνει μάζα. Και χάνει μάζα με δύο τρόπους:
1. Με την αργή πυρηνική διάσπαση ραδιενεργών υλικών στο
εσωτερικό της, τα οποία μάλιστα συνεισφέρουν σημαντικά στη θέρμανσή της (15
τόνους τον χρόνο).
2. Με τη διαφυγή αερίων από την εξώτερη ατμόσφαιρά της,
κυρίως υδρογόνου και λιγότερο ηλίου (95.000 τόνους και 1600 τόνους αντίστοιχα).
Είναι φανερό λοιπόν ότι το ισοζύγιο είναι αρνητικό,
δηλαδή η μάζα της Γης μειώνεται κατά περίπου 45.000 τόνους κάθε χρόνο, το οποίο
μοιάζει αρκετό για τα ανθρώπινα μέτρα, αλλά είναι πραγματικά ασήμαντο για τη Γη
(σα να φεύγει μία μύγα από έναν ελέφαντα κάθε χρόνο).
Θα αναρωτηθεί όμως κάποιος τι γίνεται με όλες τις
δραστηριότητες που παράγουν θερμότητα, πχ τις καύσεις, και αν αυτή δεν είναι
ενέργεια που ένα μέρος της ακτινοβολείται στο διάστημα, άρα κάτι χάνεται. Δεν είναι
όμως έτσι, γιατί όταν συντέθηκαν τα υλικά που καίμε σήμερα, τα μόρια τους είχαν
συνδεθεί με ενέργεια που προήλθε κυρίως από τον ήλιο, οπότε με την καύση αυτή η
ενέργεια σύνδεσης αποδεσμεύεται και θερμαίνει κατ’ αρχήν την ατμόσφαιρα και στη
συνέχεια ακτινοβολείται πίσω στο Διάστημα.
78.
Ένας «μαγικός» συγχρονισμός.
Ήταν το 1665, και ο Ολλανδός Φυσικός C. Huygens βρίσκονταν καθηλωμένος στο κρεβάτι του εξαιτίας μιας
αδιαθεσίας, όταν παρατήρησε ότι δύο όμοια ρολόγια με εκκρεμές κρεμασμένα στον
απέναντι τοίχο και σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, συγχρόνιζαν τις ταλαντώσεις
τους μετά από λίγο, ακόμα και αν ξεκινούσαν με διαφορά φάσης, ενώ στη συνέχεια
παρέμεναν συγχρονισμένα.
Δεν είναι περίεργο ότι ο Huygens ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό το φαινόμενο, μια και ο ίδιος ήταν
ο εφευρέτης του ρολογιού με εκκρεμές, περίπου μια δεκαετία πριν.
Αυτό που είναι περίεργο, είναι ότι το φαινόμενο παρέμενε
ανεξήγητο επί 350 χρόνια, δηλαδή μέχρι το 2015, οπότε και δόθηκε η επιστημονική
του εξήγηση.
Πανομοιότυπα ρολόγια με εκκρεμές έχουν φυσικά την ίδια ακριβώς
συχνότητα (εφόσον είναι σωστά ρυθμισμένα), αλλά η κίνησή τους μπορεί να
βρίσκεται σε διαφορά φάσης, δηλαδή τα εκκρεμή τους να μην βρίσκονται ποτέ σε
αντίστοιχη θέση. Αυτό που παρατηρήθηκε λοιπόν, είναι ότι η κίνηση των εκκρεμών
δημιουργεί παλμούς στον αέρα, και καθώς οι παλμοί αυτοί αλληλεπιδρούν
καταναλίσκουν ενέργεια. Παρόλο που η ενέργεια είναι ελάχιστη, ουσιαστικά
μηδενίζεται όταν οι κινήσεις των εκκρεμών συγχρονιστούν, οπότε τα εκκρεμή
τείνουν σε αυτή την ευσταθέστερη κατάσταση.
Μια πιο εμφανής επίδραση υπάρχει, όταν τα εκκρεμή είναι
σταθερά συνδεδεμένα μεταξύ τους αλλά βρίσκονται επάνω σε κινούμενο υπόβαθρο (εικόνα),
οπότε εκεί ο συγχρονισμός τους γίνεται μέσω της τάσης ελαχιστοποίησης του
κίνησης του υποβάθρου, καθώς η ενέργεια που εξοικονομείται με αυτό τον τρόπο
είναι μεγαλύτερη. Μια ενδιαφέρουσα επίδειξη αυτού του τελευταίου φαινομένου
βρίσκεται στο https://www.youtube.com/watch?v=T58lGKREubo
79. Το ψυγείο που «εξαφανίστηκε».
Όταν,
λίγο πριν τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο η ισχύς των αεροπορικών κινητήρων
αυξάνονταν ραγδαία (φθάνοντας τελικά τους 1000 ίππους στην αρχή του πολέμου και τους 2500 ίππους προς το τέλος του), δημιουργήθηκε πρόβλημα
με την ψύξη τους. Στους βενζινοκινητήρες, τα 2/3 της ενέργειας του καυσίμου
μετατρέπονται κατ’ ευθείαν σε θερμότητα και μόνο το 1/3 σε ωφέλιμο έργο (πριν
και αυτό με τη σειρά του να μετατραπεί σε θερμότητα). Η μέχρι τότε μέθοδος
ψύξης κατ’ ευθείαν με αέρα δεν θα ήταν πλέον επαρκής χωρίς να αυξηθεί σημαντικά
η μετωπική τους επιφάνεια, πράγμα που θα επιδρούσε πολύ αρνητικά στις επιδόσεις ειδικά των καταδιωκτικών αεροσκαφών. Η λύση ήταν η υδρόψυξη, που επέτρεπε την κατασκευή κινητήρων με
πολύ μικρή μετωπική επιφάνεια, αλλά και αυτή δεν ήταν χωρίς προβλήματα, καθώς
τα ψυγεία, εκτεθειμένα στη ροή του αέρα, παρουσίαζαν και αυτά αρκετή αντίσταση.
Η λύση δόθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, και αν και Βρετανικής έμπνευσης,
εφαρμόστηκε στην πληρέστερη μορφή της στο αμερικανικό καταδιωκτικό P-51 Mustang.
Το
ψυγείο εγκαταστάθηκε στο βάθος ενός μακρού αυλού εισαγωγής, που αρχικά αύξανε
τη διατομή του, και μετά το ψυγείο τη μείωνε. Η ιδέα ήταν ότι θερμότητα που
προσέδιδε το ψυγείο στον αέρα αύξανε την ταχύτητά του μετά απ’ αυτό, έτσι ώστε
να παράγεται ώθηση που αντιστάθμιζε και πρακτικά «εξαφάνιζε» την αεροδυναμική του
αντίσταση. Για να είναι αποτελεσματικό το φαινόμενο, ο αέρας κατά την
εισαγωγή του έπρεπε να συμπιεστεί, και αυτό επιτυγχάνονταν με την προοδευτική
αύξηση της διατομής του αυλού εισαγωγής, καθώς η μείωση της ταχύτητας προκαλεί
αύξηση της στατικής πίεσης. Επάνω στην ίδια αρχή βασίζονται και οι κινητήρες jet, μόνο που εκεί τη θερμότητα την προσφέρει το
καύσιμο και την αρχική συμπίεση τη δημιουργεί ένας αξονικός συμπιεστής.
80. Πώς ο άνθρωπος θα μπορούσε να αντέξει απεριόριστα g.
Είναι γνωστό ότι η αντοχή του ανθρώπου σε g (πολλαπλάσια της επιτάχυνσης της βαρύτητας) είναι μάλλον περιορισμένη και
εξαρτάται από τη διεύθυνση στην οποία εφαρμόζονται σε σχέση με το σώμα του, αλλά
και από τη διάρκειά τους (εικόνα). Γι’ αυτό οι πιλότοι και οι αστροναύτες έχουν μια κατά
το δυνατόν «ξαπλωτή» θέση, καθώς έτσι η
αντοχή τους στα g γίνεται μέγιστη, και με διάφορα "τρικ" και βοηθήματα φτάνουν σχεδόν τα 10g. Υπάρχουν τα θετικά g που «αδειάζουν» τον εγκέφαλο από το αίμα και τα αρνητικά που το συσσωρεύουν
εκεί. Τα δεύτερα είναι πολύ πιο επικίνδυνα (μπορεί να σπάσουν αιμοφόρα αγγεία
στον εγκέφαλο) οπότε και αντοχή του ανθρώπου σ’ αυτά είναι αρκετά μειωμένη.
Αλλά και η «δομική» αντοχή του ανθρώπου στα g είναι περιορισμένη, φθάνοντας μόνον τις μερικές δεκάδες g.
Κατόπιν αυτών, το ερώτημα του τίτλου
φαίνεται παράλογο, αλλά θα πρέπει να σκεφθούμε τι είναι αυτό που προκαλεί τα
προβλήματα στα πολλά g. Και αυτό είναι, το γεγονός ότι η
επιτάχυνση εφαρμόζεται στο εξωτερικό του σώματος του ανθρώπου, συνήθως στη
ράχη, ενώ η αδράνεια του σώματος ουσιαστικά το συνθλίβει επάνω στη ράχη και με τη σειρά τους
και τα εσωτερικά όργανα συνθλίβονται επάνω στη ράχη, από την εσωτερική πλευρά
φυσικά.
Αν όμως η επιτάχυνση είναι αποτέλεσμα βαρυτικού πεδίου* χωρίς το σώμα να στηρίζεται κάπου (όπως πχ στην ελεύθερη πτώση),
όλα τα μέρη του σώματος, όλα τα μόρια του κλπ επιταχύνονται το ίδιο και δεν
υπάρχουν δυνάμεις μεταξύ τους. Μάλιστα εφόσον η επιτάχυνση είναι βαρυτική, όσο
μεγάλη και να είναι θα γίνεται αισθητή στον άνθρωπο σαν μία κατάσταση έλλειψης
βαρύτητας! Ακόμα και σε μαύρη τρύπα να πέσει, θα ισχύει το ίδιο, με μια όμως
προϋπόθεση. Το βαρυτικό πεδίο θα πρέπει να είναι ομοιογενές στις διαστάσεις του
ανθρώπινου σώματος, αλλιώς η βάθμωσή του θα δημιουργήσει σημαντικές δυνάμεις
επάνω στο σώμα.
*Η άποψη αυτή είχε διατυπωθεί σε ραδιοφωνική συνέντευξη το 1966 από τον καθηγητή του Πολυτεχνείου Π. Σαντορίνη, ο οποίος έκανε την υπόθεση ότι τα ΑΤΙΑ (UFOs) ενδεχομένως χρησιμοποιούσαν κάποια μορφή αντιβαρύτητας για να κινηθούν με πολύ υψηλές επιταχύνσεις, μια άποψη που είχε διατυπώσει μία δεκαετία νωρίτερα ο αξιωματικός της γαλλικής αεροπορίας Jean Plantier.
81. Tα φωτόσπαθα των Jedi και η ατμοσφαιρική ρύπανση.
Όλοι λίγο πολύ γνωρίζουν τι είναι ένα
φωτόσπαθο Jedi, από τη γνωστή σειρά επιστημονικής φαντασίας «Πόλεμος των Άστρων». Όμως, αν θα θέλαμε να αφήσουμε για λίγο στην άκρη
τη «φαντασία» και να ασχοληθούμε με το «επιστημονικό» κομμάτι, έχουμε δύο
μεγάλα προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι η δέσμη του φωτόσπαθου, το οποίο
υποτίθεται ότι είναι ένα ισχυρό laser, σταματάει απότομα
στο μήκος περίπου ενός κλασικού σπαθιού, και το δεύτερο είναι ότι ένα φωτόσπαθο
μπορεί να σταματήσει ένα άλλο όταν «διασταυρωθούν», επίσης όπως συμβαίνει με τα
κλασικά σπαθιά.
Φυσικά υποτίθεται ότι υπάρχει ιδιαίτερα
εξελιγμένη τεχνολογία την εποχή εκείνη (παρόλο που οι Jedi επιμένουν να τη
χρησιμοποιούν στη μορφή ενός μεσαιωνικού όπλου), αλλά ενώ μια τέτοια τεχνολογία
θα μπορούσε να δικαιολογήσει για παράδειγμα την ύπαρξη μιας πολύ ισχυρής πηγής
ενέργειας μέσα στη λαβή του φωτόσπαθου, δεν θα μπορούσε να ανατρέψει τις
βασικές ιδιότητες των laser.
Μία δέσμη laser λοιπόν δεν μπορεί να
σταματάει απότομα, εκτός και αν πέσει επάνω σ’ ένα αδιαφανές αντικείμενο που θα
τη διακόψει. Ή μήπως μπορεί;
Ένα τέτοιο φαινόμενο, δηλαδή απότομο
σταμάτημα μιας ακτίνας laser στο κενό, παρατηρείται όταν στρέψουμε ένα ισχυρό laser (όπως ένα πράσινο laser που χρησιμοποιείται για τη στόχευση αστεριών), προς
τον σκοτεινό ουρανό. Μερικές φορές, θα παρατηρήσουμε ότι η δέσμη του laser σταματάει σχετικά απότομα λίγες εκατοντάδες μέτρα επάνω από το σημείο που
βρισκόμαστε. Πώς είναι αυτό δυνατόν;
Κατ’ αρχήν, μία ακτίνα laser μέσα σε μία πολύ καθαρή ατμόσφαιρα, πχ σ’ ένα
δωμάτιο χωρίς σκόνη, δεν φαίνεται κατά τη διαδρομή της ενώ φαίνεται μόνο μία φωτεινή
κηλίδα όταν πέσει επάνω σ’ ένα αντικείμενο και αντανακλαστεί (ένα μέρος της)
επάνω του. Αν όμως υπάρχει σκόνη στον αέρα του δωματίου ή σταγονίδια συμπυκνωμένης υγρασίας, τότε η ακτίνα του laser θα διαγραφεί καθαρά. Η
ατμόσφαιρα στην ύπαιθρο, μέχρις ένα ορισμένο ύψος συνήθως μερικών εκατοντάδων
μέτρων, περιέχει αρκετά ξένα σωματίδια (στερεά ή συμπυκνώματα) που είναι γενικά
γνωστά σαν αεροζόλ. Αυτό το στρώμα του αεροζόλ σταματάει σχετικά απότομα σ’ ένα
ορισμένο ύψος από το έδαφος, ειδικά αν υπάρχει θερμοκρασιακή αναστροφή (όταν η
θερμοκρασία του αέρα αντί να συνεχίσει να μειώνεται με το ύψος όπως είναι το
φυσιολογικό, από κάποιο σημείο και μετά αρχίζει να ανεβαίνει).
Τότε το αεροζόλ παγιδεύεται σ’ ένα στρώμα κοντά
στο έδαφος, που αντανακλά έντονα τη δέσμη του laser που περνά από μέσα του,
ενώ πιο πάνω που η ατμόσφαιρα είναι καθαρή η ακτίνα του laser δεν φαίνεται, εκτός αν συναντήσει κάποιο χαμηλό σύννεφο, αεροπλάνο κλπ. Έτσι, μας δίνει την εντύπωση ότι η ακτίνα
σταματά απότομα, όμως αυτή η εξήγηση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τα
φωτόσπαθα των Jedi. Ή
μήπως μπορεί;
82. Η "μαγική" πτήση του άλμπατρος.
Το άλμπατρος είναι ένα πολύ μεγάλο πουλί
(άνοιγμα φτερών 3.5 m) που ζει κυρίως στις νότιες θάλασσες. Ένα από τα χαρακτηριστικά που το κάνουν
ιδιαίτερο, πέρα από το ότι διαθέτει ιδανικό σχήμα για ανεμοπορία, είναι και ο τρόπος που πετάει καθώς μπορεί να παραμένει
στον αέρα για ημέρες, καλύπτοντας χιλιάδες
χιλιομέτρων χωρίς να κινεί ουσιαστικά
τα φτερά του, εξοικονομώντας με τον τρόπο αυτό σημαντική ενέργεια . Μάλιστα
πρόσφατα βρέθηκε ότι στη θέση έκτασης των φτερών,
το άλμπατρος μπορεί κατά κάποιο τρόπο να τα «κλειδώνει» εξοικονομώντας
ακόμα περισσότερη ενέργεια.
Είναι γνωστό ότι τόσο τα πουλιά όσο και οι
ανεμοπόροι μπορούν να κερδίζουν ύψος και να μένουν πολλές ώρες στον αέρα χωρίς
να δαπανούν ενέργεια προώθησης, εκμεταλλευόμενοι τα ανοδικά ρεύματα του αέρα
που είναι είτε θερμικά, όταν ο αέρας θερμαίνεται και ανεβαίνει, είτε δυναμικά
πλαγιάς, όταν προκαλούνται από πλαγιές που αναγκάζουν τον άνεμο να κινηθεί προς
τα επάνω.
Στον ανοικτό ωκεανό όμως δεν ισχύει τίποτα
από αυτά τα δύο, και παρότι σε γενικές γραμμές το πώς πετάει το άλμπατρος είναι
γνωστό από το τέλος του 19ου αιώνα, πρόσφατα με την τοποθέτηση επάνω σε πουλιά πομπών GPS, έγιναν γνωστές περισσότερες λεπτομέρειες.
Το άλμπατρος ενστικτωδώς εκμεταλλεύεται τη
βάθμωση της ταχύτητας του ανέμου (ή διάτμηση του ανέμου), δηλαδή το ότι η ταχύτητα του ανέμου είναι
πολύ χαμηλή κοντά στη επιφάνεια της θάλασσας εξαιτίας της τριβής με το νερό, ενώ
αυξάνεται με το ύψος.
Τα άλμπατρος λοιπόν κινούνται σε μία
διαδρομή «σλάλομ» γενικά κάθετα στην κατεύθυνση του ανέμου, στρίβοντας προς τον
άνεμο και αυξάνοντας το ύψος τους μέχρι το σημείο που η ταχύτητα του ανέμου δεν
αυξάνεται πια σημαντικά (10-20m) και μετά στρίβουν
και απομακρύνονται από τον άνεμο κατεβαίνοντας, αυξάνοντας με αυτόν τον τρόπο
την ταχύτητά τους. Αυτό το κάνουν συνεχόμενα με μία ομαλή κυματοειδή κίνηση, τόσο
στο οριζόντιο όσο και στο κατακόρυφο επίπεδο.
Η στροφή προς τον άνεμο αυξάνει τη
δυναμική τους ενέργεια, δηλαδή το ύψος τους, ενώ η στροφή αντίθετα από τον
άνεμο και το χαμήλωμα μετατρέπει την δυναμική ενέργεια σε κινητική. Επειδή
αναπόφευκτα υπάρχουν απώλειες ενέργειας, το άλμπατρος τις αντισταθμίζει καθώς αφήνει
να παρασύρεται λίγο από τον άνεμο, έτσι ώστε το ίχνος της διαδρομής (ως προς ένα
σταθερό σημείο) που κάνει κινούμενο αντίθετα στον άνεμο να είναι λίγο μικρότερη
από το ίχνος της διαδρομής που κάνει
κινούμενο προς την κατεύθυνση του ανέμου.
Ένα σύντομο και ενδιαφέρον βίντεο (στα αγγλικά) για την πτήση του
άλμπατρος βρίσκεται στο: https://www.youtube.com/watch?v=uMX2wCJga8g
83. Τα θανάσιμα όμοια τρίγωνα.
Στη ναυσιπλοΐα όπως και στην αεροπλοΐα,
υπάρχει ένα ρητό που λέει ότι «τα όμοια τρίγωνα σκοτώνουν».
Αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι εάν δύο
σκάφη ή αεροσκάφη που κινούνται με σταθερές ταχύτητες και σε ευθύγραμμες πορείες
βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή οι θέσεις των
δύο σκαφών με το σημείο σύγκρουσης σχηματίζουν όμοια τρίγωνα. Αυτό σημαίνει,
ότι η διόπτευση του ενός σκάφους από τα άλλο είναι σε σταθερή γωνία. Δηλαδή από
τη θέση του πηδαλιούχου ή του πιλότου του κάθε σκάφους, η θέση του άλλου
βρίσκεται σταθερά στο ίδιο σημείο του παράθυρού του. Η μόνη αλλαγή είναι στο
μέγεθός του, που φυσικά αυξάνεται καθώς τα δύο σκάφη πλησιάζουν μεταξύ τους.
Όμως, επειδή το ανθρώπινο μάτι είναι κυρίως ευαίσθητο στην κίνηση, το άλλο
σκάφος μπορεί να περάσει απαρατήρητο, ειδικά αν η ορατότητα δεν είναι πολύ
καλή.
Υπάρχει όμως και ένα χειρότερο σενάριο,
στο οποίο μάλιστα αποδίδεται και μία αεροπορική τραγωδία σύγκρουσης μεταξύ
επιβατικών αεροσκαφών, που συνέβη αρκετές δεκαετίες πριν.
Μπορεί δηλαδή να τύχει, η θέση του άλλου
σκάφους να κρύβεται από το πλαίσιο που υπάρχει μεταξύ δύο παράθυρων, οπότε το
άλλο σκάφος θα κρύβεται συνεχώς και για μεγάλο διάστημα, τουλάχιστον μέχρι οι
διαστάσεις του να μεγαλώσουν αρκετά εξαιτίας της προσέγγισης, ώστε να φανεί
πίσω από το πλαίσιο.
Ειδικά όμως για τα αεροσκάφη που κινούνται
με πολύ μεγάλες ταχύτητες, ο χρόνος αντίδρασης που μένει στον πιλότο είναι πλέον
μηδαμινός για οποιονδήποτε ελιγμό αποφυγής.
84. Stealth (απόκρυψη) εναντίον αεροδυναμικής. Lunenburg lens.
Το σχήμα των stealth αεροσκαφών είναι πλέον πολύ γνωστό, αλλά δεν παύει να είναι περίεργο.
Αρχικά εντύπωση προκαλούν οι επίπεδες επιφάνειες, που όπως είναι γνωστό
αντανακλούν με τον καλύτερο τρόπο την προσπίπτουσα ακτινοβολία, κάτι που
προφανώς ένα stealth αεροσκάφος προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφύγει.
Όμως αυτό που έχει σημασία δεν είναι
γενικά η αντανάκλαση, αλλά το να μην επιστρέφει η αντανάκλαση πίσω στο ραντάρ,
καθώς σχεδόν πάντα η ίδια κεραία παίζει τον ρόλο και του πομπού και του δέκτη
(με ταχύτατη εναλλαγή ρόλων μεταξύ τους).
Μια καμπύλη ή σφαιρική επιφάνεια, όπως
αυτή ενός παραδοσιακού αεροσκάφους , θα παρουσιάζει πάντα μια μικρή επιφάνεια που θα είναι κάθετη
στην εισερχόμενη ακτινοβολία του ραντάρ, άρα θα στέλνει ένα μικρό μέρος της κατ’
ευθείαν πίσω. Μια επίπεδη επιφάνεια όμως, ανάλογα με την κλίση της μπορεί να
κατευθύνει όλη την ακτινοβολία μακριά από την
πηγή της. Γι’ αυτό αποφεύγονται οι κατακόρυφες επίπεδες επιφάνειες (πχ
σε stealth πλοία) οι οποίες έχουν συνήθως κλίση προς το κέντρο, ώστε την ακτινοβολία
που έρχεται από χαμηλότερα ή από το ίδιο ύψος να την αντανακλούν προς τα επάνω.
Για αντίστοιχο λόγο, οι γυάλινες επιφάνειες του πιλοτηρίου των επιθετικών
ελικοπτέρων που κινούνται κοντά στο έδαφος είναι επίπεδες (για να μην προδίδουν
τη θέση του ελικοπτέρου από την αντανάκλαση του ήλιου επάνω τους).
Επιπρόσθετα, χρησιμοποιούνται και άλλες συμπληρωματικές
μέθοδοι για να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα του stealth συστήματος, όπως απορροφητικές επιφάνειες, ειδικές βαφές κλπ.
Το πρόβλημα όμως είναι ότι αυτό που είναι
καλό για την απόκρυψη είναι κακό για την αεροδυναμική, η οποία γίνεται
αποτελεσματικότερη με τη χρήση καμπύλων επιφανειών.
Την αντίφαση αυτή λύνει η χρήση ισχυρών
και ταχύτατων υπολογιστών, οι οποίοι κάνουν συνεχώς μικροδιορθώσεις στις
επιφάνειες ελέγχου του αεροσκάφους, ώστε να διατηρεί την πορεία που ο πιλότος
του επιλέγει. Στην ουσία ο πιλότος «δείχνει» με τους χειρισμούς του στον
υπολογιστή τι θέλει να εκτελέσει το αεροσκάφος, και ο υπολογιστής φροντίζει να
κινήσει τις επιφάνειες ελέγχου κατάλληλα για να το πετύχει, ενσωματώνοντας όμως
και όλες τις μικροδιορθώσεις που απαιτούνται ώστε το αεροσκάφος να συνεχίζει
πετάει με ευστάθεια και ομαλά. Έτσι
λύνεται το πρόβλημα της αστάθειας, ενώ ισχυρότεροι κινητήρες αντιμετωπίζουν τη
μεγαλύτερη αεροδυναμική αντίσταση του αεροσκάφους, που προκύπτει από τη χρήση πρισματικών
αντί καμπύλων επιφανειών.
Lunenburg lens. Πρόκειται για ένα είδος σφαιρικού διηλεκτρικού παθητικού αντανακλαστήρα, που επιστρέφει την πλήρη ισχύ της προσπίπτουσας ακτινοβολίας. Περιέργως, χρησιμοποιείται στα stealth αεροσκάφη για να τα κάνει ορατά στα ραντάρ κατά τη διάρκεια ασκήσεων, ή ακόμα και για να "μπερδέψει" τα αντίπαλα ραντάρ παραπλανώντας για το μέγεθος του αεροσκάφους ή την πραγματική "υπογραφή" του στο ραντάρ. Στο μέτωπο Ρωσίας - Ουκρανίας (2025), χρησιμοποιήθηκαν σε drones για να ξεγελάσουν ως προς το μέγεθος της απειλής.
Η λειτουργία τους βασίζεται στο υλικό τους που παρουσιάζει αυξανόμενο δείκτη διάθλασης από την περιφέρεια προς το κέντρο, αν και στην πράξη αυτό επιτυγχάνεται με πολλαπλές στρώσεις διαφορετικών υλικών, ή του ίδιου υλικού με διαφοροποίηση της επιφανειακής κατεργασίας του.
Το πλεονέκτημα σε σχέση με τους ανακλαστήρες στερεάς γωνίας (βλ. θέμα Νο 94) είναι ότι εξαιτίας του σφαιρικού του σχήματος, αντανακλά την πλήρη ισχύ της προσπίπτουσας ακτινοβολίας ακριβώς πίσω στην ίδια κατεύθυνση, και επιπλέον ενσωματώνεται καλύτερα στα αεροσκάφη.
85. Η γοητεία των Νεπέριων λογάριθμων.
Για τους
λογάριθμους έγινε σύντομη αναφορά στο θέμα Νο 76, όπου εξηγήθηκε η χρησιμότητά
τους για τους πολλαπλασιασμούς και διαιρέσεις με τη βοήθεια του λογαριθμικού
κανόνα, ο οποίος βρίσκονταν σε χρήση μέχρι τη δεκαετία του ’70.
Οι λογάριθμοι
χρησιμοποιούνται γενικά για να μετρήσουν και να απεικονίσουν μεγέθη που
μεταβάλλονται πολύ έντονα, συνήθως εκθετικά.
Στις
περιπτώσεις αυτές, αν θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί η απλή αναλογική παρουσίαση,
είτε θα χάναμε ευκρίνεια στα μικρά μεγέθη, είτε θα χρειαζόμασταν ένα τεράστιο
χαρτί για να συμπεριληφθούν στην απεικόνιση και τα μεγάλα μεγέθη. Με τη
λογαριθμική απεικόνιση, μπορούμε να έχουμε ακρίβεια και τις δύο άκρες ενός
τέτοιου διαγράμματος σε μία συνολικά πιο «ανθρώπινη» κλίμακα, πχ σε μία σελίδα Α4.
Για
παράδειγμα, μεγέθη όπως η ένταση ενός σεισμού (κλίμακα Ρίχτερ), η ηχητική
ένταση (Ντεσιμπέλ), η οξύτητα ενός διαλύματος (pH), το
μέγεθος (φωτεινότητα) των άστρων κλπ, μετρούνται σε λογαριθμική κλίμακα.
Συγκεκριμένα,
αύξηση κατά μία μονάδα στην κλίμακα Ρίχτερ σημαίνει δεκαπλασιασμό του πλάτους
των σεισμικών δονήσεων, ενώ στα Ντεσιμπέλ (Decibel), επειδή
αναφέρονται σε δέκατα του Μπελ που είναι η μονάδα μέτρησης, η αύξηση κατά δέκα
ντεσιμπέλ αντιστοιχεί σε δεκαπλασιασμό την ηχητικής ισχύος.
Τα
παραπάνω παραδείγματα, αφορούν τους «κοινούς» ή δεκαδικούς λογάριθμους.
Όταν όμως
ένα φυσικό φαινόμενο αυξάνεται ραγδαία με σταθερό ποσοστό αύξησης και το αποτέλεσμα της
αύξησης προστίθεται κάθε φορά ακέραιο στο αρχικό μέγεθος, κάθε επόμενη αύξηση
αφορά το νέο συνολικό ποσό. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση μείωσης, με τους
αντίστοιχους όρους.
Ένα απλό και
κλασικό παράδειγμα είναι ο τοκισμός ενός ποσού, που εφόσον δεν χρησιμοποιούμε
τους τόκους και το επιτόκιο παραμένει σταθερό, το κεφάλαιο αυξάνεται με ρυθμό
που περιγράφεται από ένα συγκεκριμένο είδος λογάριθμου, τον Νεπέριο (από το
λατινοποιημένο όνομα Neper του Σκωτσέζου μαθηματικού του 16ου αι. J. Napier).
Στους
Νεπέριους λογάριθμους, αντί η βάση τους να είναι το 10 όπως στους κοινούς, είναι
κατά προσέγγιση το 2.718 (στην πραγματικότητα τα δεκαδικά του είναι άπειρα,
όπως και του π), και συμβολίζεται με e. Οπότε ο
Νεπέριος λογάριθμος ενός αριθμού Χ είναι η εκθετική δύναμη Τ (που συνήθως
αντιπροσωπεύει χρονικό διάστημα) στην οποία αν υψωθεί το e θα μας
δώσει τον αριθμό X, δηλαδή eT = X.
Ο Νεπέριος
λογάριθμος (συμβολίζεται με ln, ενώ ο κοινός λογάριθμος με log), έχει
βρεθεί ότι περιγράφει πολύ καλά αλλαγές μεγεθών που όπως προαναφέρθηκε το
αποτέλεσμα κάθε φορά «κεφαλαιοποιείται», δηλαδή συμμετέχει αυτούσιο στην
επόμενη φάση της αλλαγής.
Ο πιο όμορφος τύπος των Μαθηματικών. Η παραπάνω ισότητα συχνά ονομάζεται η πιο όμορφη εξίσωση των Μαθηματικών, ή ταυτότητα του Euler (όπως πιο όμορφη εξίσωση της Φυσικής στην απλότητά της θεωρείται αντίστοιχα η
E=mc2).
Στον παραπάνω τύπο συγκεντρώνονται τα πιο σημαντικά μαθηματικά μεγέθη: e, i, π, 1, 0 (το i είναι η φανταστική μονάδα, και ισχύει: i2 = −1).
Αν θα θέλαμε με πολύ απλό τρόπο να απεικονίσουμε αυτή την ταυτότητα, τότε θεωρώντας ότι ο οριζόντιος (πραγματικός) άξονας συναντά τον μοναδιαίο κύκλο στο -1 (αριστερά) και στο +1 (δεξιά), και ότι ο κατακόρυφος (φανταστικός) άξονας τον συναντά στο +1i (επάνω) και -1i (κάτω), το e^iπ δείχνει τη μετακίνηση κατά π rad από το +1 (e^0) στο -1 (e^iπ).
Ξεχωριστή θέση στις εξισώσεις κατέχει και η κυματο-σωματιδιακή εξίσωση του Paul Dirac (εικόνα κάτω), η οποία διατυπώθηκε το 1928 και θεωρείται από κάποιους σαν η "πιο μαγευτική εξίσωση της Φυσικής", καθώς υπονόησε για πρώτη φορά την ύπαρξη αντιύλης.
86. Οι παρεξηγημένοι σπινθήρες.
Όλοι ξέρουμε τι είναι ένας σπινθήρας. Συνήθως τον συνδέουμε με κάτι το αρνητικό, όπως το βραχυκύκλωμα, τον κεραυνό ή τα προβλήματα από τον στατικό ηλεκτρισμό. Υπάρχει όμως και η θετική πλευρά του, όπως η ηλεκτροκόλληση, οι ηλεκτρικοί ή ηλεκτρονικοί αναπτήρες, τα μπουζί των αυτοκινήτων, η ασύρματη αποστολή σημάτων Μορς (παλαιότερα), η σπεκτρογραφική ανίχνευση μετάλλων, ενώ υπάρχει και θετική ή αρνητική πλευρά ανάλογα με την περίπτωση, όπως η παραγωγή όζοντος και τα stun guns (πιστόλια αναισθητοποίησης με ηλεκτρισμό), στα τελευταία βέβαια εξαρτάται από ποια πλευρά τους βρίσκεσαι!
Ο σπινθήρας έχει επίσης κάποια «κρυφά» χαρακτηριστικά, όπως το ότι σαν φορτίο σ’ ένα ηλεκτρικό κύκλωμα είναι κυρίως «άεργο» (για το άεργο ρεύμα βλέπε το θέμα Νο 22). Ένα άλλο χαρακτηριστικό του είναι ότι συμπεριφέρεται σαν υψίσυχνο ρεύμα εξαιτίας της απότομης ανόδου της τάσης του, με τα προβλήματα και τους περιορισμούς που συνοδεύουν ένα τέτοιο ρεύμα.
Επίσης, ένας σπινθήρας περιέχει υψηλό ποσοστό υπεριώδους ακτινοβολίας που πέρα από τη φωτοπληξία (προσωρινή μείωση όρασης) που μπορεί να προκαλέσει αν είναι αρκετά έντονος, μπορεί να προκαλέσει και μόνιμη βλάβη στα μάτια (όταν πχ οι ηλεκτροσυγκολλητές δεν χρησιμοποιούν την προστατευτική ασπίδα ή τα ειδικά γυαλιά).
Η δημιουργία σπινθήρα στον αέρα, στο επίπεδο της θάλασσας, απαιτεί τάση περίπου 3.000V/mm (η τάση αυτή μειώνεται σημαντικά με το υψόμετρο), αλλά η ένταση εξαρτάται από την πηγή της. Για παράδειγμα, η ισχύς της πηγής είναι επίτηδες περιορισμένη ώστε να μη δημιουργούνται μόνιμες βλάβες στο άνθρωπο από τα συστήματα έναυσης των βενζινοκινητήρων και από τα stun guns (15.000V τα πρώτα, 150.000V τα δεύτερα).
Όπως προαναφέρθηκε, η υψίσυχνη συμπεριφορά του σπινθήρα (επειδή η ροή του ρεύματος δεν είναι ομαλή αλλά γίνεται με έντονες και ταχύτατες αυξομειώσεις και ταλαντώσεις) μεταδίδεται μέσα από τον αέρα (αλλά και το κενό) και δημιουργεί επαγωγικά ρεύματα, δηλαδή προκαλεί τη ροή μικρορευμάτων σε αγώγιμα υλικά ή κυκλώματα, σε κάποια απόσταση.
Αυτό σήμερα είναι ενοχλητικό, επειδή μπορεί να καταστρέψει κοντινά ευαίσθητα ηλεκτρονικά κυκλώματα αν δεν είναι κατάλληλα προστατευμένα, το ίδιο μπορεί να κάνουν και οι κεραυνοί, ενώ οι τελευταίοι παλαιότερα προκαλούσαν παράσιτα στις ραδιοφωνικές λήψεις που δεν ήταν τεχνολογίας FM. Από την άλλη πλευρά, στα πρώτα βήματα της ασύρματης μετάδοσης πληροφορίας, οι σπινθήρες αξιοποιούνταν για τις μεταδόσεις σημάτων Μορς στα πλοία. Τέτοιας τεχνολογίας ήταν πχ ο ασύρματος του Τιτανικού που εξέπεμψε το SOS στο πιο διάσημο ναυάγιο της Ιστορίας.
ΥΓ. Σημαντική είναι η διαφορά του σπινθήρα που ενδεχομένως θα δημιουργηθεί σε ένα κύκλωμα εναλλασσομέμου σε σχέση με ένα συνεχούς ρεύματος, ίδιας τάσης και φορτίου. Κάτι που συμβαίνει φυσιολογικά κάθε φορά που ένας διακόπτης πχ ανοίγει το κύκλωμα, οπότε, ειδικά αν υπάρχουν πυκνωτές ή πηνία συνδεδεμένα ο σπινθήρας είνα ιδιαίτερα έντονος, μακρύς και με διάρκεια. Η εξήγηση είναι ότι στο εναλλασσόμενο ρεύμα των 50Hz, 100 φορές το δευτερόλεπτο η τάση και το ρεύμα μηδενίζονται, κάτι που διευκολύνει σημαντικά στο να σβήσει ο σπινθήρας "εν τη γενέση του".
87. Προσδιορίζοντας την Απροσδιοριστία (σχετικό είναι και το θέμα Νο 55).
Ο Αστυνομικός στον Heisenberg:
Ξέρετε την ταχύτητά σας; – Όχι, αλλά ξέρω τη θέση μου.
Είναι
γνωστό ότι η Κβαντική Φυσική είναι περίεργη και ότι έρχεται ουσιαστικά σε
αντίφαση με την εμπειρία που έχουμε από τον φυσικό κόσμο γύρω μας.
Το ακόμα
πιο περίεργο είναι ότι παρ’ όλη αυτή την ιδιομορφία της, έχει αποδειχτεί
επανειλημμένα ότι «δουλεύει» και μάλιστα πολύ καλά, με αποτέλεσμα ένας μεγάλος
αριθμός εφαρμογών όπως τα μικροηλεκτρονικά, τα laser και οι υπολογιστές να βασίζονται σ’ αυτή.
Ας δούμε
όμως το πιο ιδιόμορφο και δυσνόητο (αλλά και θεμελιώδες) χαρακτηριστικό της
Κβαντικής Φυσικής, που είναι η σχετικά γνωστή διατύπωση ότι είναι αδύνατον να προσδιοριστούν
ταυτόχρονα και με μεγάλη βεβαιότητα η θέση και η ταχύτητα ενός σωματιδίου.
Κατ’
αρχήν έχει αποδειχτεί με το πείραμα της διπλής σχισμής (βλέπε γι’ αυτό κυρίως στο
1ο βίντεο που συστήνεται στο τέλος) ότι τα ηλεκτρόνια συμπεριφέρονται
σαν κύματα* υπό ορισμένες συνθήκες. Μοιάζει μάλιστα να συμπεριφέρονται σαν
κύματα όταν δεν τα παρατηρούμε και σαν σωματίδια όταν τα παρατηρούμε (ή τα
μετράμε)!**
*Δεν
είναι όμως σαν τα κλασικά κύματα, αλλά πρόκειται για «κύματα πιθανοτήτων θέσης».
**Αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με το γεγονός ότι η μέτρηση επηρεάζει (έστω ελάχιστα) το μετρούμενο μέγεθος, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τα ηλεκτρικά μεγέθη, την πίεση κλπ, αλλά πρόκειται για μία ουσιαστική διαφοροποίηση μιας εγγενούς ιδιότητας του μετρούμενου μεγέθους.
Σύμφωνα με τη σχέση που διατύπωσε ο Γάλλος θεωρητικός Φυσικός Louis de Broglie (ντε
Μπρολί) το 1925, όλα τα κινούμενα σωματίδια ή σώματα συνοδεύονται (ή καλύτερα
εκφράζονται) από ένα κύμα, κάτι σαν τον μανδύα του Σούπερμαν που κυματίζει γύρω
τους καθώς κινούνται. Όμως, με την εξαίρεση των πολύ μικρών σωματιδίων, ο μανδύας αυτός παραμένει ασήμαντα μικρός και κατά συνέπεια αόρατος.
Σύμφωνα
λοιπόν με τον τύπο του ντε Μπρολί , το μήκος κύματος ενός αντικειμένου που
κινείται, είναι αντιστρόφως ανάλογο με την ορμή του, όπως δείχνει η πολύ απλή
σχέση: λ=h/p, όπου:
λ: το μήκος κύματος,
h: μία σταθερά (η σταθερά του Plank) ένας
ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ μικρός αριθμός και
p: η ορμή* του σωματιδίου.
*Η ορμή ορίζεται
σαν: μάζα Χ ταχύτητα, οπότε αν
μιλάμε για συγκεκριμένο σωματίδιο, η ορμή εξαρτάται μόνο από την ταχύτητά του.
Τα κύματα
αυτά που δημιουργεί η κίνηση οποιουδήποτε υλικού σώματος ονομάζονται κύματα ντε
Μπρολί ή Υλοκύματα (matter waves).
Από τη
σχέση του ντε Μπρολί είναι φανερό ότι
όσο μικρότερη είναι η ορμή ενός σωματιδίου, δηλαδή όσο μικρότερη η μάζα και η
ταχύτητά του, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το μήκος κύματος που το εκφράζει (ή τόσο μικρότερη η συχνότητά του). Στην
πράξη, αυτό σημαίνει ότι μόνο τα πάρα πολύ μικρά (υποατομικά) σωματίδια εκδηλώνουν
την κυματική φύση τους.
Σε σχέση
τώρα με το μήκος κύματος, το οποίο πρέπει να φανταστούμε ότι εκτείνεται σ’ όλη
τη διαδρομή του σωματιδίου, συμβαίνει το εξής: Αν το κύμα με το οποίο «εκφράζεται»
ένα κινούμενο σωματίδιο είναι το τυπικό σταθερά ημιτονικό μιας ορισμένης
συχνότητας, τότε η πιθανότητα το σωματίδιο να βρίσκεται σε κάποια συγκεκριμένη
θέση στη διαδρομή του είναι σχεδόν μηδενική, με άλλα λόγια μπορεί να βρίσκεται σε
οποιοδήποτε σημείο της. Από την άλλη πλευρά, αν το κύμα έχει ένα "συμπύκνωμα" σε
μία περιοχή και είναι πιο "αραιό" σε όλες τις άλλες, είναι σ’ αυτή την περιοχή που προσδιορίζεται
με μεγάλη πιθανότητα η θέση του σωματιδίου. Το πρόβλημα είναι ότι στην
τελευταία περίπτωση για να βρεθεί η ορμή του χρησιμοποιώντας τον τύπο του ντε
Μπρολί, θα πρέπει να είναι γνωστή η συχνότητά του.

Μία
κυματομορφή όμως που δεν είναι σταθερά ημιτονική (μη σταθερά ημιτονική είναι αυτή
στα δεξιά της εικόνας) δεν περιλαμβάνει μία μόνο συχνότητα αλλά ένα πλήθος
(αριστερά στην εικόνα), και μάλιστα όσο αποκλίνει από τη σταθερή ημιτονική
μορφή τόσο μεγαλύτερο είναι το πλήθος των σταθερών ημιτονικών που την
αποτελούν. Αυτές είναι οι γνωστές αρμονικές που ενυπάρχουν σε κάθε μη ημιτονικό
σήμα, οι συχνότητές τους είναι πολλαπλάσια μιας βασικής και προσδιορίζονται με
την ανάλυση Φουριέ.
Για να
επανέλθουμε στην προσπάθεια καθορισμού της συχνότητας του υλοκύματος, είναι
πλέον φανερό ότι όσο πιο έντονο είναι το συμπύκνωμά του, δηλαδή όσο καλύτερα
προσδιορίζεται η θέση του, από τόσες περισσότερες αρμονικές θα αποτελείται το
κύμα του, κάνοντας όλο και λιγότερο πιθανό τον προσδιορισμό μιας συγκεκριμένης συχνότητας,
την οποία εφόσον θα την εισάγαμε στον τύπο θα μας επέτρεπε να προσδιορίσουμε
την ορμή, και κατ’ επέκταση την ταχύτητά του (μια παραστατική απεικόνιση του προσδιορισμού της θέσης, είναι η εικόνα κάτω).
Αυτή
λοιπόν η εγγενής αδυναμία να προσδιοριστεί ταυτόχρονα και με ακρίβεια τόσο η
θέση όσο και η ταχύτητα ενός σωματιδίου, είναι η αρχή της Απροσδιοριστίας ή
αρχή της Αοριστίας που διατύπωσε ο Heisenberg το 1927 και
αποτελεί το θεμέλιο της Κβαντικής Φυσικής, αλλά και έναν από τους μεγαλύτερους
πονοκέφαλους για την κατανόησή της!
Μία εξήγηση (!) για το πείραμα της διπλής σχισμής.
Αυτή είναι μία πολύ "αισιόδοξη" δήλωση, καθώς θεωρείται ότι δεν υπάρχει περιγραφή που να εξηγεί με τους συμβατικούς κανόνες της κοινής (Νευτώνιας) λογικής το συγκεκριμένο πείραμα. Παρόλα αυτά, ο γράφων θα το επιχειρήσει, στηριζόμενος σε αυτά που αναφέρονται παραπάνω.
Το ίδιο το πείραμα δεν θα παρουσιαστεί εδώ, εξάλλου περιγράφεται πολύ καλά και με αυξανόμενο βαθμό πολυπλοκότητας στα βίντεο που προτείνονται παρακάτω, οπότε δείτε τουλάχιστον το πρώτο.
Είναι γνωστό εδώ και πολλά χρόνια ότι τα φωτόνια συμπεριφέρονται σαν κύματα, το ίδιο συμβαίνει και με τα πολύ γρήγορα σωματίδια. Άρα λογικά, όταν δεν τα παρατηρούμε έχουν τη δυνατότητα συμβολής εφόσον βρεθούν στις κατάλληλες συνθήκες (το πείραμα της διπλής σχισμής είναι μία απ' αυτές).
Όταν όμως τα παρατηρήσουμε (ή τα μετρήσουμε που ουσιαστικά είναι το ίδιο πράγμα) τότε "καταρρέει η κυματοσυνάρτησή τους" και η θέση τους γίνεται συγκεκριμένη, όπως αναφέρεται παραπάνω, καθώς και στο θέμα Νο 55.
Έτσι αποκτούν ακαριαία ιδιότητες σωματιδίου και σαν τέτοια συμπεριφέρονται στη συνέχεια.
Ακόμα όμως και αν δεν παρατηρηθούν στην πορεία τους (οπότε συνεχίζουν σαν κύματα), η τελική καταγραφή τους στον "τοίχο-στόχο" που συνήθως αποτελείται από φωτογραφικό χαρτί, τελικά τα "υποχρεώνει" να εκδηλωθούν σαν σωματίδια, και γι'αυτό καταγράγονται σαν φωτεινά (ή σκοτεινά) σημεία.
Σαν μία αναλογία, ας σκεφτούμε ότι στον νυκτερινό ουρανό επάνω από τη Βρετανία στη διάρκεια του Β'ΠΠ ακούγεται ο βόμβος ενός αεροπλάνου, προφανώς εχθρικού. Μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε, αλλά μόλις "φωτιστεί" από έναν προβολέα αποκτά αμέσως συγκεκριμένη θέση στον ουρανό. Ακόμα και να σβήσει τις μηχανές του για να χαθεί ο ήχος και να συνεχίσει κατολισθαίνοντας, παραμένει ένα γνωστό σημείο στον ουρανό, μέχρι να προσκρούσει κάπου και να γίνει "ένα σημείο" στο έδαφος.
Συνιστώμενα
βίντεο:
ΥΓ. Στις αρχές του 2026 ανακοινώθηκε ότι επιτεύχθηκε νέο ρεκόρ στο μέγεθος συσσωμάτων ατόμων που παρουσιάζουν το φαινόμενο της διπλής σχισμής. Πρόκειται για νανοσωματίδια νατρίου, όπου το κάθε νανοσωματίδιο αποτελείται από περισσότερα από 7000 άτομα νατρίου. Μεγάλη πρόοδος από τα αρχικά πειράματα διπλής σχισμής, που περιλάμβαναν διακριτά ηλεκτρόνια.
88. Ισχύει ο "νόμος του Μέρφυ"; Και το φαινόμενο του "μαύρου κύκνου".
Ο νόμος
του Μέρφυ, που θα μπορούσε επίσης να ονομαστεί και «νόμος της ατυχίας» είναι μία
έκφραση που χρησιμοποιείται συχνά όταν κάτι πάει στραβά και με μη αναμενόμενο
τρόπο.
Αποδίδεται
σε κάποιον Ed Murphy (προφανώς άσχετο με τον ηθοποιό Eddie Murphy), τεχνικό
της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του ‘40, και η πλήρης
διατύπωσή του σε ελεύθερη μετάφραση είναι: «Αν υπάρχει περίπτωση κάτι να πάει
στραβά, τότε θα πάει στραβά, και μάλιστα τη χειρότερη δυνατή στιγμή και προκαλώντας το μεγαλύτερο πρόβλημα».
Είναι
λογικό βέβαια η φράση αυτή να προέρχεται από τον αεροπορικό κλάδο όπου οι
«ατυχίες» δεν είναι ανεκτές, παρόλα αυτά δεν παύουν να συμβαίνουν.
Φυσικά ο
νόμος έχει προσαρμοστεί σε κάθε επάγγελμα και δραστηριότητα και (καθόλου
περίεργο) αποτελεί αγαπημένη φράση των φοιτητών, κυρίως των λιγότερο καλά
προετοιμασμένων στις εξετάσεις!
Αυτό που
συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι ενώ οι βλάβες ενός συστήματος είναι
περίπου τυχαίες (αν και τυπικά είναι συχνότερες
στην αρχή και στο τέλος του κύκλου ζωής του), οι άνθρωποι έχουν την τάση να θυμούνται
κυρίως τις περιπτώσεις που έχουν δημιουργηθεί σημαντικά προβλήματα και ιδιαίτερα
σε δυσμενείς συγκυρίες.
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα
ιστορία για μια αντίστοιχη έκφραση των Γάλλων για μια φέτα ψωμί με
βούτυρο, που όταν πέσει από το τραπέζι συνήθως προσγειώνεται στο έδαφος ανάποδα.
Τελικά, κάποιος μπήκε στον κόπο να ερευνήσει το θέμα θεωρητικά και βρήκε ότι
αυτό δεν είναι και τόσο τυχαίο. Λαμβάνοντας υπ’ όψη τη ροπή αδράνειας μιας
τυπικής φέτας με βούτυρο, το συνηθισμένο ύψος ενός τραπεζιού και υπολογίζοντας την
ταχύτητα περιστροφής όταν το κέντρο βάρος της ξεπεράσει τα όρια του τραπεζιού,
βρήκε ότι πράγματι οι περισσότερες πιθανότητες είναι να προσγειωθεί ανάποδα.
Τελικά
τίποτα δεν είναι τελείως τυχαίο!
ΥΓ. Ένα άρθρο του 2023 σχετικά με τα αποτελέσματα από 350757 δοκιμές ρίψης κέρματος (κορώνα - γράμματα) όπου χρησιμοποιήθηκαν πολλοί άνθρωποι και πολλά διαφορετικά κέρματα, έδειξε ότι υπάρχει ελαφρά μεγαλύτερη πιθανότητα (50.8%) να πέσει το κέρμα με την ίδια πλευρά που ήταν προς τα επάνω κατά τη ρίψη του. Αυτό, κατά μία εκτίμηση, αποδίδεται στο ότι η "εκτόξευση" συχνά δεν είναι απόλυτα συμμετρική αλλά παρουσιάζει μια μικρή αστάθεια (ταλάντωση).
Το φαινόμενο ή θεωρία του "μαύρου κύκνου" έγινε ευρύτερα γνωστό εξαιτίας ενός τραγικού συμβάντος που αφορά τη βύθιση του μήκους 56m γιωτ-ιστιοφόρου Bayesian στις 19/8/24, ενώ βρίσκονταν αγκυροβολημένο στα ανοιχτά του Παλέρμο της Σικελίας. Η αιτία ήταν ένας ξαφνικός υδροστρόβιλος που κατά τα φαινόμενα έδωσε μεγάλη κλίση στο σκάφος με το τεράστιο 72m κατάρτι, με αποτέλεσμα να πάρει νερό και να βυθιστεί γρήγορα, παρασέρνοντας στον θάνατο 7 άτομα (άλλα 15 διασώθηκαν).
Το φαινόμενο του "μαύρου κύκνου" αναφέρεται σε έναν πολύ σπάνιο συνδυασμό παραγόντων, που όταν όμως συμβούν έχουν πολύ σοβαρές επιπτώσεις. Συμβάντα που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούνταν απίθανα, στη συνέχεια όμως μελετήθηκαν και εξηγήθηκαν. Ο όρος δημιουργήθηκε κατά τη ρωμαϊκή εποχή όταν δεν ήταν γνωστό ότι υπάρχουν μαύροι κύκνοι, μέχρι που ένας εξερευνητής τους εντόπισε στην Αυστραλία, μόλις τον 17ο αι.
89. Ο "παλμός" της Γης.
Το 1954,
μετά από δύο χρόνια ερευνών ο Γερμανός καθηγητής Φυσικής W. O. Schumann και ο
συνεργάτης του H. Koning, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Γη πρέπει να περιβάλλεται από
στάσιμα ηλεκτρομαγνητικά κύματα πολύ χαμηλής συχνότητας και ισχύος, με μήκος
κύματος συγκρίσιμο με την περίμετρο της Γης, κάτι που επιβεβαιώθηκε από μετρήσεις μερικά χρόνια αργότερα.
Τα κύματα
αυτά που υπάρχουν σχεδόν από τη δημιουργία της Γης (σωστότερα από τη δημιουργία
της ιονόσφαιρας), είναι αποτέλεσμα της κεραυνικής δραστηριότητας στην
ατμόσφαιρα, που εφόσον έχουν τη σωστή συχνότητα (βλ. παρακάτω) ενισχύονται και «παγιδεύονται» σαν στάσιμα ηλεκτρομαγνητικά κύματα μεταξύ
της επιφάνειας της Γης και του κατώτερου τμήματος της ιονόσφαιρας (σε ύψος
περίπου 60 χιλιομέτρων). Κάτι που μοιάζει με αυτό που συμβαίνει μέσα σ' ένα φούρνο μικροκυμάτων, στην περίπτωση του φούρνου βέβαια σε πολύ μεγαλύτερη πυκνότητα ενέργειας και συχνότητα! Η χαμηλότερη συχνότητά τους είναι 7.8 Hz με μήκος
κύματος ίσο με την περίμετρο της Γης, αλλά υπάρχουν και πολλαπλάσιά της. Τα
ηλεκτρομαγνητικά αυτά κύματα ονομάζονται αρκετά εύλογα “συντονισμοί Schumann” (Schumann resonances).
Αυτό που
έχει ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η συχνότητα συναντάται τόσο στην ηλεκτρική
δραστηριότητα του ανθρώπινου εγκέφαλου, όσο και σε άλλους βιολογικούς
οργανισμούς, κάνοντας πολλούς να υποθέσουν ότι η έναρξη της ζωής στη Γη
βοηθήθηκε (ή επηρεάστηκε) από αυτή την ηλεκτρομαγνητική δραστηριότητα στην ατμόσφαιρα
σαν αποτέλεσμα των κεραυνών, καθώς μοιάζει να φέρει την «υπογραφή» της.
Μία άλλη αξιοποίηση
των κυμάτων αυτών είναι στη μελέτη της ατμόσφαιρας και του καιρού, καθώς και στη μελέτη της επικοινωνίας με υποβρύχια σε κατάδυση σε οποιοδήποτε
μέρος του κόσμου, καθώς αυτές οι πολύ χαμηλές συχνότητες ταξιδεύουν σ’ όλη τη Γη
και διεισδύουν και σε αρκετό βάθος στη θάλασσα.
90. Η σιωπηλή πτήση της Τυτώς.
Η Τυτώ
είναι ένα είδος κουκουβάγιας (σωστότερα
χαρακτηρίζεται σαν γλαυκόμορφο πτηνό) που στα αγγλικά είναι γνωστή σαν Barn Owl.
‘Έχει
χαρακτηριστικά επίπεδο και κατάλευκο πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς. Είναι βασικά νυκτόβιο,
σαρκοφάγο πουλί που κυνηγά συνήθως μικρά τρωκτικά ή και άλλα πουλιά. Η
ιδιαιτερότητα της Τυτώς (όπως και των άλλων κουκουβαγιών) είναι ότι παρά το
σχετικά μεγάλο μέγεθός τους (βάρος λίγο κάτω από μισό κιλό και άνοιγμα φτερών
κάπως μικρότερο από το ένα μέτρο), έχουν μία πρακτικά απόλυτα αθόρυβη πτήση.
Η
ικανότητα αυτή, που φυσικά είναι κρίσιμη για την επιβίωσή της καθώς η τροφή της
μπορεί να κρυφτεί πολύ γρήγορα, επιτυγχάνεται με ειδική κατασκευή των φτερών
της αλλά και ιδιαίτερη τεχνική πτήσης.
Τα εμπρός
μέρος των μεγάλων εξωτερικών πτερών της (με πτερά καλύπτονται τα φτερά ή
πτέρυγες) μοιάζει με τα δόντια ενός χτενιού, αλλά σε μικρογραφία. Αντίστοιχα,
τα πτερά στο πίσω μέρος των φτερών έχουν ένα είδος «ξεφτιών» επίσης
μικροσκοπικών.
Αυτές οι
μικροσκοπικές «χαρακιές» στα πτερά σπάνε τις μεγάλες δίνες που θα δημιουργούσε
η κίνηση του φτερού για την παραγωγή άνωσης και ώσης σε πολλές μικροσκοπικές
δίνες, που το ηχητικό αποτέλεσμα της κάθε μιας είναι ασήμαντο και το άθροισμά
τους απλά δίνει λίγο δυνατότερο ήχο. Για παράδειγμα, χρησιμοποιώντας έναν πίνακα υπολογισμού που υπάρχει στο internet: (http://www.sengpielaudio.com/calculator-spl.htm ), βρίσκουμε ότι αν προσθέσουμε 10 ήχους των 20dB, το
αποτέλεσμα θα είναι ένας ήχος μόνο 30dB.
Επιπλέον,
το εσωτερικότερο τμήμα των φτερών, τόσο από την επάνω πλευρά όσο και από την κάτω,
καλύπτεται από πολύ «αφράτα» πούπουλα που πνίγουν τον ήχο. Με αντίστοιχα
πούπουλα μάλιστα, καλύπτεται και όλο σχεδόν το μήκος των ποδιών της.
Η τεχνική
που χρησιμοποιεί για την πτήση της, βοηθάει επίσης πολύ στο να είναι αθόρυβη,
καθώς η Τυτώ ενεδρεύει σε κάποιο κλαδί και η πτήση μέχρι το θήραμα είναι μια
σύντομη κατολίσθηση με τα φτερά εκτεταμένα και με ελάχιστη κίνησή τους.
Αλλά και
η ακοή και η όραση τη βοηθάει πολύ, καθώς η ακοή, πέρα από εξαιρετική είναι και
«τρισδιάστατη», επειδή ο ένας ακουστικός πόρος βρίσκεται ψηλότερα από τον
άλλον! Η όραση επίσης είναι εξαιρετική, με τίμημα τα μάτια της να είναι κάπως
μακρόστενα και να μην μπορούν να περιστραφούν μέσα στις κόγχες τους. Κάτι που η
Τυτώ (και οι άλλες κουκουβάγιες) αντισταθμίζει με τη δυνατότητα περιστροφής του
κεφαλιού της κατά ¾ του κύκλου (270
μοίρες), από κάθε πλευρά.
Είναι
χαρακτηριστικό, ότι η κουκουβάγια του χιονιού (Snowy Owl) ακούει
τρωκτικά που κινούνται ακόμα και κάτω από παχύ χιόνι, και πετώντας με ακρίβεια
στο σημείο εκείνο βυθίζει τα νύχια της «στα τυφλά» και τα αρπάζει.
Η τεχνική
της δημιουργίας πολλών μικρών στροβίλων για την αποφυγή ενός μεγαλύτερου που
περιγράφηκε παραπάνω, είναι γνωστή και εφαρμόζεται στην αεροναυτική, όχι κατ’
αρχήν για τη μείωση του θορύβου, αλλά για τη διατήρηση της ροής του αέρα ομαλής
στο επάνω μέρος της πτέρυγας, ακόμα και σε μεγάλη γωνία προσβολής (γωνία με την
οποία ο φαινόμενος άνεμος συναντά την πτέρυγα).
Αυτό
γίνεται με την τοποθέτηση πολλών μικρών προεξοχών (vortex generators) κατά
μήκος της πτέρυγας, σε συγκεκριμένα σημεία. Ίσως κάποτε, όταν ο θόρυβος των αεροπορικών
κινητήρων μειωθεί σημαντικά (έχει ήδη γίνει αρκετή πρόοδος προς αυτή την
κατεύθυνση), τα φτερά της Τυτώς να εμπνεύσουν και μεθόδους μείωσης του θορύβου που
προέρχονται από την κίνηση των αεροσκαφών μέσα στον αέρα.
91. Μία καμπίνα «φυσαρμόνικα». Είναι γνωστό ότι τα επιβατηγά αεροσκάφη που πετούν σε μεγάλο υψόμετρο (10-12km) έχουν συμπιεζόμενη καμπίνα, έτσι ώστε οι επιβάτες να έχουν αρκετό οξυγόνο για την αναπνοή τους. Όμως αυτή η συμπίεση έχει κάποιες επιπτώσεις στη ζωή της ατράκτου των αεροσκαφών, καθώς τα κράματα του αλουμινίου υφίστανται έντονα το φαινόμενο της κόπωσης, παρόλο που οι τάσεις καταπόνησής τους μπορεί να είναι πολύ χαμηλές και σαφώς μέσα στα όρια της ελαστικότητας των εξαρτημάτων.
Μάλιστα η πίεση της καμπίνας δεν διατηρείται αντίστοιχη με αυτή στο επίπεδο της θάλασσας, αλλά με αυτή που αντιστοιχεί σε υψόμετρο περίπου 2000m. Αυτό γίνεται επειδή σ’ αυτό το υψόμετρο ο αέρας έχει ακόμα αρκετό οξυγόνο για την άνετη αναπνοή των επιβατών, ενώ παράλληλα ελαχιστοποιείται η καταπόνηση της ατράκτου του αεροσκάφους. Επίσης έτσι περιορίζεται η ισχύς και η καταλισκώμενη ενέργεια των συστημάτων συμπίεσης.
Μερικοί απλοί υπολογισμοί δείχνουν ότι η επιμήκυνση μιας καμπίνας μήκους 40m, διαμέτρου 4m και πάχους τοιχώματος 3mm, εξαιτίας της διαφοράς πίεσης είναι της τάξης των μερικών χιλιοστών. Για τον υπολογισμό αυτόν έχει ληφθεί υπόψη και η συρρίκνωση του μήκους της καμπίνας εξαιτίας του φαινομένου του Poisson, σύμφωνα με το οποίο η αύξηση της πίεσης σ’ έναν κλειστό σωλήνα καθώς προκαλεί αύξηση (έστω ελάχιστη) της διαμέτρου του μειώνει αντίστοιχα το μήκος του, με αποτέλεσμα η τελική επιμήκυνση να είναι μικρή. Μάλιστα από τους υπολογισμούς προκύπτει ότι το μεγαλύτερο μέρος της εν δυνάμει επιμήκυνσης από την πίεση, αναιρείται από τη βράχυνση εξαιτίας του φαινομένου Poisson.
Υπάρχει όμως ένας παράγοντας πολύ πιο σημαντικός από τους προηγούμενους. Καθώς στο τυπικό ύψος πτήσης επικρατεί θερμοκρασία γύρω στους -50C, και εφόσον θεωρήσουμε ότι στο έδαφος η θερμοκρασία είναι +20C, η άτρακτος υποβάλλεται σε μια συνολική διαφορά θερμοκρασίας 70C, που δίνει βράχυνση της ατράκτου (στο προηγούμενο παράδειγμα) στο ύψος πτήσης, γύρω στα 70mm.*
Αυτός προφανώς είναι ένας πολύ πιο σημαντικός παράγοντας από την επιμήκυνση, άρα τελικά στο ύψος πτήσης η καμπίνα σαφώς μειώνεται παρά αυξάνεται σε μήκος.
Υπάρχει (ή μάλλον υπήρχε) μια εντυπωσιακή εξαίρεση. Το Concorde σε υπερηχητική πτήση επιμηκύνονταν σχεδόν κατά 20 εκατοστά, καθώς στην περίπτωση αυτή επικρατούσε η διαστολή από τη θέρμανσή του (περίπου στους 100C) εξαιτίας της τριβής με την ατμόσφαιρα**, που βέβαια προστίθετο στην (πολύ μικρότερη όμως) επιμήκυνση εξαιτίας της διαφοράς πίεσης.
Εξαίρεση αποτελούσε επίσης το λιγότερο γνωστό αμερικανικό κατασκοπευτικό αεροσκάφος SR-71, που με ταχύτητα μεγαλύτερη από τριπλάσια του ήχου θερμαίνονταν τόσο, που έπρεπε να κατασκευαστεί από τιτάνιο για να αντέξει. Η επιμήκυνσή του ήταν περίπου η μισή του Concorde, καθώς είχε το μισό του μήκος και το τιτάνιο έχει λιγότερο από τον μισό συντελεστή διαστολής του αλουμινίου (επιπλέον είχε μόνον τον θάλαμο διακυβέρνησης συμπιεσμένο).
Μία ακόμα εξαίρεση, ακόμα λιγότερο γνωστή, αποτελούσε το πειραματικό πυραυλοκίνητο αεροσκάφος ερευνών Χ-15. Με μήκος μόλις 15m (το μισό περίπου του SR-71) αλλά με διπλάσια ταχύτητα απ΄αυτό, επιμηκύνονταν κατά 5cm, καθώς η επιφάνειά του έφτανε στους 540C. Μπορεί η επιμήνυνση να μην φαίνεται εντυπωσακή, αλλά ήταν κατασκευασμένο από ειδικό κράμα χάλυβα (Inconel-X) για να αντέξει. Δύο πτήσεις του Χ-15 πέρασαν τη γραμμή Karman (υψόμετρο 100km), οπότε το Χ-15 ήταν το πρώτο "αεροσκάφος" που έκανε τον πιλότο του (που ήταν το ίδιο άτομο) αστροναύτη, ενώ διατηρεί ακόμα το ρεκόρ του ταχύτερου επανδρωμένου αεροσκάφους στον κόσμο.
Σήμερα, κανένα από τα παραπάνω τρία πρωτοποριακά αεροσκάφη δεν είναι σε χρήση.
*Στην πραγματικότητα λιγότερη, καθώς το αεροσκάφος θερμαίνεται ελαφρά από την τριβή και τη συμπίεση του αέρα (βλ και παρατήρηση **) αλλά και εξαιτίας θερμικών διαρροών από τον αέρα της καμπίνας παρόλη τη θερμομόνωση.
**Αν και έχει επικρατήσει αυτή η εξήγηση για τη θέρμανση σε πολύ μεγάλες ταχύτητες, πρόκειται ουσιαστικά για αδιαβατική θέρμανση του αέρα εξαιτίας της έντονης επιβράδυνσης και συμπίεσής του στις εμπρόσθιες επιφάνειες, ένα φαινόμενο παρόμοιο με αυτό που συμβαίνει κατά τη συμπίεση των κινητήρων ντίζελ!
ΥΓ1. Τα διαβόητα ατυχήματα των πρώτων επιβατικών αεριωθουμένων (De Havillant Comet), οφείλονταν στην ανεπαρκή κατανόηση του φαινομένου της κόπωσης του αλουμινίου εξαιτίας των διαδοχικών κύκλων συμπίεσης /αποσυμπίεσης, που επέτρεψε τη συνύπαρξη τριών μακροχρόνια καταστροφικών παραγόντων: λεπτό τοίχωμα, όχι αρκετά στρογγυλεμένα πλαίσια παραθύρων και άνοιγμα των οπών για τη ήλωσή τους με πρεσάρισμα (punching) παρά με τρύπημα ακριβείας (drilling).
ΥΓ2. Και τα υποβρύχια; Τα υποβρύχια προφανώς συστέλονται από την πίεση που τους ασκείται σε κατάδυση. Έχει υπολογιστεί ότι ένα πυρηνοκίνητο υποβρύχιο με κέλυφος πίεσης μήκους 150m και με διάμετρο 13m, σε κατάδυση βάθους 500m μειώνεται 0.1% κατά μήκος και 0.2% κατά τη διάμετρό του, δηλαδή κατά 150mm και 26mm αντίστοιχα.
92. Πού πραγματικά οφείλεται η άνωση;Όλοι γνωρίζουμε ότι η άνωση οφείλεται στη διαφορά ειδικού βάρους μεταξύ του αντικειμένου που την υφίσταται και του υγρού στο οποίο είναι βυθισμένο, κάτι που πρώτος συνειδητοποίησε ο Αρχιμήδης.
(Για διάκριση μεταξύ Άνωσης και Άντωσης, βλ θέμα Νο 13).
Τι είναι όμως αυτό που την προκαλεί στην πραγματικότητα;
Όσο και να φαίνεται παράξενο, είναι η διαφορά στην εξωτερική πίεση που υπάρχει μεταξύ της κάτω και της επάνω επιφάνειας του αντικειμένου, εξαιτίας της υψομετρικής τους διαφοράς (ενώ στις πλευρικές επιφάνειες, οι δυνάμεις που οφείλονται στην πίεση αλληλοεξουδετερώνονται).
Ας φανταστούμε έναν κύβο πλευράς ενός μέτρου. Η επάνω και η κάτω επιφάνειά του είναι προφανώς 1m2, και απέχουν μεταξύ τους 1m. Η ατμοσφαιρική πίεση στο ύψος της θάλασσας και για 15 οC (βλέπε:
https://www.mide.com/air-pressure-at-altitude-calculator) είναι 101325.00Pa, ενώ ένα μόλις μέτρο ψηλότερα είναι 101319.99Pa. Η διαφορά των πιέσεων (12.01Pa) πολλαπλασιασμένη με την επιφάνεια του 1m2 μας δίνει τη δύναμη προς τα επάνω (άνωση), δηλαδή 12Ν.
Η δύναμη αυτή αντιστοιχεί στο βάρος ακριβώς 1m3 αέρα στις ίδιες συνθήκες, δηλαδή στην ποσότητα του αέρα που λείπει, το οποίο βάρος σύμφωνα με τη θεωρία της άνωσης ισούται (σε μέγεθος) με τη δύναμη της άνωσης που ασκεί ο αέρας στον όγκο αυτόν.
Επειδή πρακτικά δεν μπορούμε να έχουμε απόλυτο κενό σε όγκο 1m3 χωρίς μία πολύ ισχυρή (και βαριά) κατασκευή, μπορούμε να υπολογίσουμε τον ίδιο όγκο γεμάτο με αέριο ήλιο σε αντίστοιχη πίεση και θερμοκρασία, οπότε το βάρος του είναι περίπου 1.7Ν.
Άρα, αν θέλουμε να κατασκευάσουμε ένα αερόστατο 1m3 με ήλιο, θα έχουμε καθαρή άνωση στην επιφάνεια της θάλασσας περίπου 10Ν/m3, χωρίς να υπολογίσουμε το βάρος του περιβλήματος κλπ.
Δηλαδή, η άνωση ουσιαστικά οφείλεται στην διαφορά πίεσης του περιβάλλοντος μέσου (αέρα ή νερού) στο οριζόντιο τμήμα των επιφανειών ενός σώματος, που έχουν κάποια απόσταση κατακόρυφα. Βέβαια ο αέρας και το νερό έχουν δύο σημαντικές διαφορές, τη μεγάλη διαφορά πυκνότητας και ότι ο αέρας, σε αντίθεση με το νερό, είναι συμπιεστός, γι’ αυτό και η αλλαγή της πυκνότητας και της πίεσής του με το υψόμετρο είναι εκθετική.
Μία συνέπεια της σημαντικής αλλαγής της πίεσης του αέρα με το υψόμετρο, είναι ότι τα αεροσκάφη παρουσιάζουν φυσική ευστάθεια ως προς το ύψος πτήσης, καθώς έχουν την τάση να παραμένουν στην ίδια πυκνότητα ατμόσφαιρας, για δεδομένη ταχύτητα και σε οριζόντια πτήση. Αυτό δεν ισχύει για τα υποβρύχια σε κατάδυση, καθώς το νερό εξαιτίας της γραμμικής αύξησης της πίεσης με το βάθος, παρουσιάζει πάντα σταθερή διαφορά πίεσης* μεταξύ της κάτω και της επάνω επιφάνειας του σκάφους. Κάτι όμως που αντίστοιχα δεν ισχύει για τα αερόστατα, όπου εξαιτίας της εκθετικής αλλαγής της πίεσης του αέρα, η διαφορά αυτή είναι μοναδική σε κάθε σημείο του ύψους αιώρησης.
*Εκτός αν υπάρχουν στρώματα νερού διαφορετικής θερμοκρασίας, οπότε διαφοροποιείται αντίστοιχα η πυκνότητα και η πίεσή τους τους.
93. Πόσο κρύο είναι το κενό;Μία ερώτηση χωρίς νόημα(!), καθώς για να μετρηθεί κάποια θερμοκρασία πρέπει να υπάρχει ύλη (έστω σε μορφή αερίου). Συνεπώς στο κενό δεν μπορεί να μετρηθεί θερμοκρασία, παρά μόνο η επίδραση του κενού στη θερμοκρασία ενός σώματος. Καθώς δεν υπάρχει μέσο για μετάδοση της θερμότητας, είτε με αγωγιμότητα είτε με μεταφορά, μένει μόνο η μετάδοση με ακτινοβολία. Ένα σώμα λοιπόν εκτεθειμένο στο κενό, θα αυξήσει ή θα μειώσει τη θερμοκρασία του ανάλογα με την αρχική του θερμοκρασία, το υλικό του, το χρώμα του και την έκθεσή του ή όχι στην ακτινοβολία του Ήλιου.
Έτσι λοιπόν, αυτό που παρουσιάζεται σε μερικές ταινίες για εντυπωσιασμό, δηλαδή το γρήγορο πάγωμα ενός αστροναύτη αν εκτεθεί στο κενό του Διαστήματος, δεν είναι αληθινό, καθώς ο αστροναύτης θα παγώσει βέβαια αλλά με πολύ πιο αργό ρυθμό, καθώς το κενό είναι το καλύτερο μονωτικό.
Η εντύπωση αυτή έχει μάλλον προκύψει από το άμεσο πάγωμα του νερού που αποβάλλεται από ένα διαστημόπλοιο, κάτι που έχει καταγραφεί σε πραγματικές συνθήκες. Στην περίπτωση αυτή όμως, το πάγωμα προκαλείται από την άμεση εξάτμιση μέρους του νερού καθώς βρίσκεται σε απόλυτο κενό αέρα, μέχρι το ταχύτατο πάγωμα της υπόλοιπης μάζας του νερού να επιβραδύνει την εξάτμισή του.
Ακόμα, σε μερικές ταινίες, επίσης για λόγους εντυπωσιασμού, παρουσιάζεται ότι η ολική απώλεια πίεσης μιας διαστημικής στολής οδηγεί στον άμεσο θάνατο του αστροναύτη και μάλιστα με εντυπωσιακό τρόπο (σκάσιμο!). Στην πραγματικότητα, σε μια τέτοια περίπτωση ο αστροναύτης διατηρεί τις αισθήσεις του για αρκετά δευτερόλεπτα και μπορεί να επανέλθει αν του παρασχεθεί οξυγόνο μέχρι και μετά από δύο λεπτά. Αυτό έχει συμβεί στο έδαφος εξαιτίας ατυχήματος, σε δοκιμές σε συνθήκες τεχνητού κενού, και ο αστροναύτης επέζησε χωρίς μακροχρόνιες επιπτώσεις στην υγεία του.
94. Μια απίθανη αντανάκλαση.
Είναι γνωστό ότι η απόσταση Γης – Σελήνης έχει μετρηθεί με μεγάλη ακρίβεια από τη στιγμή που οι αστροναύτες του Απόλλων 11 άφησαν στην επιφάνεια της Σελήνης έναν ανακλαστήρα, όπως έγινε και σε μεταγενέστερες αποστολές.
Πώς όμως μια δέσμη laser από τη Γη σημάδεψε με ακρίβεια έναν ανακλαστήρα διαστάσεων περίπου 0.5m Χ 0.5m σε απόσταση 400.000km και έλαβε πίσω το σήμα με τόση ακρίβεια;
Στο μυαλό μας έχουμε τη δέσμη laser σαν μία πολύ στενή δέσμη που δεν «ανοίγει» επειδή αποτελείται αυστηρά από μονοχρωματική ακτινοβολία. Και αυτό είναι σωστό για τα μέτρα και τις αποστάσεις επάνω στη Γη, καθώς στην πραγματικότητα η δέσμη ανοίγει σταδιακά, αλλά τόσο λίγο που για τις μετρήσεις στη Γη δεν έχει σημασία.
Η δέσμη όμως αυή (στην ουσία παλμοσειρά) που ξεκινάει με διάμετρο 3.5m από τη Γη, φτάνει στη Σελήνη με διάμετρο 2km (!) και παρόλα αυτά για να «πετύχει» τον ανακλαστήρα απαιτείται σκόπευση πολύ μεγάλης ακρίβειας. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι η δέσμη βρήκε τελικά τον ανακλαστήρα, πώς όπως το σήμα επέστρεψε με τέτοια ακρίβεια ώστε να φτάσει πίσω στη Γη, μετά από περίπου 2.5s;
Μοιάζει απίθανο, επειδή συνήθως έχουμε στο μυαλό μας τον ανακλαστήρα σαν μια επίπεδη επιφάνεια, οπότε αν η δέσμη που προσπίπτει δεν είναι τελείως κάθετη στην επιφάνειά του, δεν επιστρέφει από την ίδια διαδρομή. Όμως, αν ο ανακλαστήρας αποτελείται από τρείς αντανακλαστικές επιφάνειες κάθετες μεταξύ τους ώστε να σχηματίζουν το εσωτερικό μιας γωνίας κύβου πχ (βλ εικόνα),

τότε μετά από τρείς διαδοχικές αντανακλάσεις στις επιφάνειες η δέσμη επιστρέφει πίσω ακριβώς από την ίδια διαδρομή, ανεξάρτητα από τη γωνία της αρχικής πρόσπτωσης! Στην ίδια αρχή στηρίζονται και οι ανακλαστήρες δεσμών φωτός, υπέρυθρων ή laser σε τεχνικές εφαρμογές. Φυσικά, περιέχουν πολλές μικρές τέτοιες γωνίες και όχι μία μεγάλη.
Καθώς ο ανακλαστήρας από τη Σελήνη στέλνει πίσω ένα ελάχιστο ποσοστό της αρχικής δέσμης, το οποίο επίσης «απλώνεται» σε διάμετρο 15km έχοντας φτάσει στη Γη, το τελικό ποσοστό ακτινοβολίας που επιστρέφει στον ανιχνευτή είναι ελάχιστο, μόλις ένα φωτόνιο στα 10 με εκθέτη 15(!), κάτι που επιβάλει τη χρήση πολύ ευαίσθητων συσκευών, παρόλο που τόσο η εκπομπή όσο και η λήψη γίνονται σε υψόμετρο για να μειωθεί η απορρόφηση από την ατμόσφαιρα. Επιπλέον, καθώς η Γη περιστρέφεται, το χρονικό «άνοιγμα» για την ανίχνευση είναι πολύ μικρό. Από την άλλη πλευρά, το «άπλωμα» της δέσμης που επιστρέφει, επιτρέπει την ανίχνευσή της από πολλά διαφορετικά σημεία στη Γη.
ΥΓ. Επειδή υπάρχουν πολλοί δείκτες "laser" (laser pointers) στην αγορά, να διευκρινιστεί ότι αυτοί δεν είναι πραγματικά lasers, αλλά λαμπάκια LED στο κόκκινο χρώμα με κάποιο σύστημα φακών για να γίνει η δέσμη παράλληλη. Η παρακάτω εικόνα δείχνει πολύ χαρακτηριστικά τη διαφορά τους, με τα πραγματικά lasers να είναι πολύ πιο συγκεντρωτικά, πολύπλοκα, ισχυρά και ακριβά. Οι ισχυροί πράσινοι δείκτες laser είναι κάπως πιο πολύπλοκοι από τους κόκκινους, αλλά βασικά και αυτοί βασίζονται στην τεχνολογία LED.
95. «Κώνος του Mach» για το φως;
Λίγο πολύ η δημιουργία υπερηχητικού κώνου είναι γνωστή. Σφαίρες, βλήματα πυροβολικού, πύραυλοι και μαχητικά αεροπλάνα μπορούν να τον δημιουργήσουν, αρκεί να κινηθούν ταχύτερα από την ταχύτητα διάδοσης του ήχου στις συγκεκριμένες συνθήκες.
Ο κώνος αυτός δεν φαίνεται με το μάτι (αν και η συμπύκνωση των υδρατμών γύρω από το αεροπλάνο ακριβώς πριν τη διάσπαση του φράγματος του ήχου μαρτυρεί την αρχή της δημιουργίας του), φαίνεται όμως πολύ καλά χρησιμοποιώντας τη φωτογραφική τεχνική Schlieren.
Εκεί όμως που όλοι έχουμε δει έναν «υπερηχητικό κώνο» (αν και στη δισδιάστατη εκδοχή του) είναι στη θάλασσα, όπου η ταχύτητα μετάδοσης των κυμάτων είναι πολύ μικρή, οπότε όταν ένα σκάφος κινείται (εκτός αν κινείται πολύ αργά) αφήνει πίσω του έναν κυματισμό σχήματος Λ, και αν προσέξουμε, στο όρια του Λ το κύμα είναι εντονότερο.
Συνεπώς, σε κάθε μέσο που έχει κυματική φύση, μια κίνηση υλικού σώματος γρηγορότερα από την ταχύτητα μετάδοσης του κύματος, προκαλεί τον χαρακτηριστικό κώνο ή κώνο του Mach όπως έχει επικρατήσει να λέγεται για τον αέρα, όπου το φαινόμενο είναι πιο χαρακτηριστικό, καθώς συνοδεύεται και από έντονο κρότο.
Θα μπορούσε όμως να συμβεί το ίδιο και με το φως, μια και το φως έχει επίσης κυματική φύση;
Η απάντηση είναι θετική, και αυτό ακριβώς το φαινόμενο είναι γνωστό σαν ακτινοβολία Cherenkov, που είναι η γαλάζια λάμψη που βλέπουμε σε μικρούς πυρηνικούς αντιδραστήρες μέσα σε δεξαμενές νερού.

Στην εύλογη ερώτηση, πώς είναι αυτό δυνατόν μια και τίποτα δεν κινείται ταχύτερα από το φως, η απάντηση είναι ότι πράγματι δεν υπάρχει ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή του φωτός, αλλά στο κενό.
Μέσα σε οπτικά μέσα, όπως στο γυαλί, στα διαφανή πλαστικά, στο νερό κλπ, το φως έχει μικρότερη ταχύτητα (ταχύτητα διάδοσης), οπότε ένα σωματίδιο θα μπορούσε να κινηθεί ταχύτερα από το φως σ’ αυτό το περιβάλλον.
Η κίνηση μάλιστα ενός σωματιδίου ταχύτερα από το φως ειδικά στο νερό, δημιουργεί έναν κώνο φωτονίων (φωτονικό κώνο) στο μήκος κύματος του γαλάζιου του οπτικού φάσματος, που κάνει το νερό (στην περίπτωση της δεξαμενής) να λάμπει μ’ ένα απόκοσμο γαλάζιο φως.
Το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι το 2017 Αμερικανοί επιστήμονες κατάφεραν να φωτογραφίσουν έναν εξαιρετικά σύντομο παλμό πράσινου laser με τον φωτεινό κώνο πίσω του, ακριβώς όπως θα βλέπαμε στο ηχητικό του ανάλογο. Για τη φωτογράφιση αυτή χρειάστηκε μια εξαιρετικής ταχύτητας φωτογραφική διάταξη, ικανή για ένα τρισεκατομμύριο λήψεις το δευτερόλεπτο!
Το φως στον κώνο, είναι το αντίστοιχο του κρότου που δημιουργεί ο κώνος του Mach στον αέρα, που τον ακούμε όταν φτάσει στο σημείο που βρισκόμαστε, συνήθως στο έδαφος.
96. Μια «φτηνή» βόλτα στο Διάστημα (σχετικό είναι επίσης και το θέμα Νο 67).
Δεν πρόκειται για σχήμα λόγου, αλλά για μια πραγματικά τεράστια διαφορά που υπάρχει μεταξύ του να τεθεί ένας θάλαμος* σε τροχιά γύρω από τη Γη, με αυτή του να βρεθεί «απλώς» στο Διάστημα, δηλαδή σε υψόμετρο πάνω από τα 100km που θεωρητικά ξεκινάει το Διάστημα (γραμμή Κάρμαν).
Η διαφορά είναι πολύ μεγάλη ενεργειακά, γιατί ενώ στην πρώτη περίπτωση θα πρέπει να αναπτύξει μία ταχύτητα περίπου 29.000km/h, στη δεύτερη αρκεί να απλά να φθάσει στο ύψος των 100km, ώστε ο (ενδεχόμενος) επιβάτης του να πάρει το «χρίσμα» του αστροναύτη.
Και στις δύο περιπτώσεις θα πρέπει να δαπανηθεί ενέργεια (σε μορφή καυσίμου φυσικά) για την άνοδο στο ύψος αυτό, αλλά στην πρώτη περίπτωση θα πρέπει να δαπανηθεί πολύ περισσότερη επιπλέον ενέργεια για να επιταχύνει το διαστημόπλοιο στην απαιτούμενη ταχύτητα τροχιάς.
Αν θέλουμε να συγκρίνουμε ενεργειακά τις δύο περιπτώσεις, δηλαδή τη χαμηλή τροχιά στα 100km με την απλή άνοδο στα 100km (υποτροχιακή ή βαλλιστική πτήση), προκύπτει ότι στην πρώτη περίπτωση απαιτείται 32 φορές περισσότερη ενέργεια από τη δεύτερη (!), για το ίδιο βάρος θαλάμου φυσικά.
Μάλιστα, για σύγκριση, αν θέλουμε να ξεφύγουμε τελείως από το βαρυτικό πεδίο της Γης, χρειάζεται διπλάσια ενέργεια από αυτή της χαμηλής τροχιάς.
Βέβαια, η χαμηλή τροχιά των 100km δεν θα μπορεί να κρατηθεί για πολύ χωρίς διορθώσεις (επιπλέον δαπάνη ενέργειας), καθώς η τριβή με τα υπολείμματα της ατμόσφαιρας ακόμα και σ’ αυτό το ύψος δεν είναι αμελητέα. Για σύγκριση, ο Διεθνής Διαστημικός Σταθμός που η τροχιά του βρίσκεται γύρω στα 400km** χρειάζεται διόρθωση κάθε δεύτερη εβδομάδα εξαιτίας των μορίων της ατμόσφαιρας που υπάρχουν ακόμα και σ’ αυτό το ύψος.

Πίνακας (επάνω) που δείχνει τη διάρκεια ζωής ενός δορυφόρου ανάλογα με το ύψος τροχιάς του (φυσικά εφόσον δεν γίνονται διορθώσεις). Κάτω, οι γραμμικές ταχύτητες διατήρησης σε περίπου κυκλική τροχιά, ανάλογα με το υψόμετρο.
Υπάρχει και κάτι άλλο. Η επιστροφή. Τα διαστημόπλοια σε τροχιά πρέπει να ξοδέψουν την τεράστια κινητική τους ενέργεια σε θερμότητα για να «φρενάρουν» αρκετά ώστε να επιτρέψουν στη βαρύτητα να κάνει τη δουλειά της μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Συνεπώς χρειάζονται μια πολύ ειδική, βαριά και ακριβή αντιθερμική προστασία, και επιπλέον πολύ ακριβείς υπολογισμούς για τη γωνία επανεισόδου στην ατμόσφαιρα, κάτι που δεν το χρειάζονται καθόλου οι θάλαμοι βαλλιστικής τροχιάς.
Μια ενδιάμεση λύση, όχι όμως για μεγάλα φορτία είναι η εναέρια εκτόξευση, όπου ένα μεγάλο τροποποιημένο αεροσκάφος (πχ Boeing 747) ανεβάζει όσο το δυνατόν ψηλότερα το φορτίο (συνήθως έναν μικρό δορυφόρο) που θα τεθεί σε τροχιά προσαρμοσμένο σ' έναν πύραυλο, και στη συνέχεια το αποδεσμεύει για να μπει σε τροχιά (σε πολύ μεγαλύτερο υψόμετρο και με μεγαλύτερη ταχύτητα) με τη βοήθεια του πυραύλου του. Αυτή η μέθοδος έχει το πλεονέκτημα της σημαντικής εξοικονόμησης καυσίμου κατά την αρχική φάση της πτήσης, καθώς χρησιμοποιείται η αεροδυναμική άντωση του αεροσκάφους-φορέα και οι jet κινητήρες του, αλλά και της πιο αποδοτικής προσαρμογής του ακροφυσίου του πυραύλου, καθώς θα λειτουργήσει μόνο σε συνθήκες αραιής ατμόσφαιρας και κενού.
Μια εναλλακτική προσέγγιση (όχι όμως και φθηνότερη), είναι ο διαστημικός ανελκυστήρας (εικόνα κάτω), που αποτελείται από ένα πολύ ελαφρύ αλλά ισχυρό "σχοινί" που θα εκτείνεται από κάποιο σημείο στη Γη κοντά στον ισημερινό μέχρι αρκετά πάνω από τα 36.000km που είναι το ύψος της γεωσύγχρονης τροχιάς. Και αυτό καθώς στην "επάνω" άκρη του θα έχει προσδεθεί κάτι αρκετά βαρύ (ένας μικρός αστεροειδής πχ) που θα το κρατάει τεντωμένο, ενώ φυσικά θα πρέπει να παραμένει πάντοτε πάνω από το ίδιο σημείο της Γης. Ένα αντικείμενο που βρίσκεται μέχρι το ύψος της γεωσύγχρονης τροχιάς (και κινείται με την ίδια γωνιακή ταχύτητα με τη Γη) θα έχει την τάση να ξαναπέσει στη Γη. Όταν βρίσκεται ακριβώς στη γεωσύγχρονη τροχιά θα μπορεί απλά να παραμένει σε τροχιά στο ίδιο σημείο σε σχέση με τη Γη (όπως οι τηλεπικοινωνιακοί δορυφόροι), ενώ μακρύτερα θα έχει την τάση να απομακρυνθεί από τη Γη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση είναι το σχοινί που θα τον συγκρατεί σε κυκλική τροχιά, με αποτέλεσμα να τεντώνεται, επιτρέποντας έτσι σε έναν θαλαμίσκο να κινηθεί κατά μήκος του. Το πρόβλημα είναι ότι το "σχοινί" αυτό, με την τεχνολογία των αρχών της δεκαετίας του 2020, δεν μπορεί ακόμα να κατασκευαστεί. Επιπλέον, χρειάζεται μια κατασκευή μήκους τουλάχιστον 50.000km για να ανεβάσει ανθρώπους ή φορτίο στα 400km περίπου (ύψος του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού).

*θάλαμος, γιατί στη δεύτερη περίπτωση ο όρος «διαστημόπλοιο» είναι μάλλον ευφημισμός.
**Στο ύψος αυτό, οι συγκρούσεις των μορίων του "αέρα" μεταξύ τους είναι σπανιότερες και από το υψηλότερο κενό που μπορεί να δημιουργηθεί σε εργαστήριο στο έδαφος.
Μία άλλη εναλλακτική μέθοδος θέσης σε τροχιά, αλλά για φορτία μόνο μερικών δεκάδων κιλών, έρχεται από την SpinLaunch, μια εταιρεία στην Καλιφόρνια που προτείνει την κατασκευή μιας κατακόρυφης φυγοκέντρου με διάμετρο 100m (εικόνα κάτω), που θα επιταχύνει ένα ωφέλιμο φορτίο 200kg προσαρμοσμένο στην άκρη ενός πολύ αεροδυναμικού και συμπαγούς πυραύλου, σε στροφές που θα το υποβάλουν σε περίπου 10.000g (g: τιμή της γήινης επιτάχυνση). Η όλη διαδικασία θα γίνεται σε κενό και την κατάλληλη στιγμή το φορτίο με τον πύραυλο θα απελευθερώνεται, θα σπάει έναν δίσκο που θα φράζει την έξοδο και θα εκτοξεύεται κατακόρυφα με ταχύτητα που θα πλησιάζει τα 8000km/h. Η αρχική ώθηση θα ανεβάζει τη βολίδα μέχρι τα 60km, οπότε μετά θα αναλαμβάνει ο πύραυλος για να συμπληρώσει το υψόμετρο ώστε να τεθεί το φορτίο σε τροχιά. Μπορεί να ακούγεται σαν μία ενεργειακά οικονομική λύση, αλλά η αρχική εκτόξευση θα παρέχει μόνο το 10% περίπου της συνολικής ενέργειας που απαιτείται, ενώ η υπόλοιπη θα προέρχεται από τον πύραυλο. Θα πρέπει επίσης να αντιμετωπιστεί η υπερθέρμανση εξαιτίας της πολύ υψηλής αρχικής ταχύτητας καθώς και οι κραδασμοί του μηχανισμού φυγοκέντρισης αμέσως μετά την απελευθέρωση της βολίδας.

97. Γιατί απωθούνται τα ομώνυμα και έλκονται τα ετερώνυμα φορτία;
Όλοι γνωρίζουμε ότι το ομώνυμα φορτία απωθούνται και τα ετερώνυμα έλκονται, αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Φυσικά η εύκολη απάντηση είναι ότι έτσι λειτουργεί η Φύση, αλλά γιατί;
Η δυσκολία κατανόησης ξεκινάει από το γεγονός ότι φανταζόμαστε τα θετικά και τα αρνητικά φορτία να προσδίδουν αντίθετες ιδιότητες στην ύλη, ενώ τα φαινόμενα θα γίνονταν πιο εύκολα κατανοητά (στην ουσία τους) αν σκεφτόμασταν τα αρνητικά φορτία σαν ένα πλεόνασμα ελεύθερων ηλεκτρονίων, ενώ τα θετικά σαν έλλειμμα ελεύθερων ηλεκτρονίων, σε σχέση πάντα με την κανονική κατάσταση της ύλης.
Έτσι, καθώς δύο σώματα που φέρουν αντίθετα φορτία πλησιάζουν μεταξύ τους, δημιουργείται ένα ολοένα και ισχυρότερο ηλεκτρικό πεδίο, οπότε για να επέλθει ισορροπία (κάθε πεδίο είναι μία διαταραχή στον χώρο) η καλύτερη λύση είναι το άγγιγμα των φορτισμένων σωμάτων μεταξύ τους, ώστε τα φορτία να μοιραστούν.
Αυτό σχετίζεται με την γενική αρχή της Φύσης, σύμφωνα με την οποία τα φαινόμενα τείνουν προς την αύξηση της εντροπίας ενός συστήματος, δηλαδή την ομοιόμορφη διασπορά των αιτίων που δημιουργούν τα φαινόμενα, κάτι που οδηγεί σε μεγαλύτερη σταθερότητα (για την Εντροπία βλ. και το θέμα Νο 53) και χαμηλότερη δυναμική ενέργεια.
Αντίθετα, όταν τα σώματα έχουν και τα δύο είτε περίσσεια είτε έλλειψη ηλεκτρονίων, η μόνη λύση είναι να απομακρυνθούν το ένα από το άλλο, έτσι ώστε να εξασθενίσει το μεταξύ τους ηλεκτρικό πεδίο οπότε και πάλι να μειωθεί η δυναμική ενέργεια.
Με τους μαγνήτες συμβαίνει κάτι αντίστοιχο. Οι μαγνήτες δεν βασίζονται στα ελεύθερα ηλεκτρόνια, αλλά η γενική αρχή της κίνησης προς την κατεύθυνση της μείωσης του μαγνητικού πεδίου (σ’ αυτή την περίπτωση), παραμένει. Έτσι, όταν πλησιάσουμε έναν μαγνήτη σ' έναν άλλον, παίρνει τέτοια θέση ώστε οι αντίθετοι πόλοι να προσεγγίσουν, κάτι που μειώνει τοπικά την ένταση του μαγνητικού πεδίου.
Το ίδιο γίνεται όταν ένας μαγνήτης τραβήξει ένα σιδερένιο αντικείμενο επάνω του. Το έργο που δαπανήθηκε προέρχεται από τη μείωση της έντασης του μαγνητικού πεδίου στον χώρο, αφού οι μαγνητικές γραμμές "προτιμούν" να περνούν πολύ περισσότερο μέσα από το μέταλλο, παρά από εκεί που περνούσαν προηγουμένως στον αέρα.
Με ανάλογο τρόπο, όταν μία πέτρα πέφτει εξαιτίας της βαρύτητας, καθώς πλησιάζει το έδαφος η συνολική βαρύτητα της περιοχής (ελάχιστα βέβαια) μειώνεται, καθώς καταργείται η τοπική ενίσχυση του πεδίου που προκαλούσε η παρουσία της πέτρας. Αν, αντί της πέτρας βάλετε στη θέση της ένα βουνό που ισοπεδώνεται, το παράδειγμα γίνεται πιο εύκολα κατανοητό.
98. Δύο τύποι τόσο όμοιοι και τόσο διαφορετικοί.
Πρόκειται για τους τύπους: E = mc2 και E = 1/2 mu2
Ο πρώτος, είναι ο διάσημος τύπος του Αϊνστάιν για την ισοδυναμία της ύλης με την ενέργεια, ο δεύτερος είναι γνωστός από τη Γυμνασιακή Φυσική και εκφράζει την κινητική ενέργεια ενός σώματος.
Με μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι οι δύο τύποι έχουν πολύ παρόμοια δομή και μοιάζει σαν ο πρώτος τύπος να δίνει απλά τη διπλάσια ενέργεια από την κινητική ενός σώματος, όταν αυτό κινείται με την ταχύτητα του φωτός.
Η ομοιότητα αυτή όμως είναι απατηλή, καθώς ο πρώτος τύπος εκφράζει την ενέργεια που περιέχεται σε μία μάζα σε ηρεμία, εφόσον η μάζα αυτή μετατραπεί πλήρως σε ενέργεια.
Όμως αυτή η εξήγηση δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα, και αυτό γίνεται καλύτερα κατανοητό αν θεωρήσουμε την ύλη σαν «συμπυκνωμένη» ενέργεια. Έτσι, αυτό που συμβαίνει σε μία πυρηνική αντίδραση είναι ότι γίνεται αναδιάταξη της ενέργειας που αποτελεί την ίδια την αρχική ύλη, και κατά την πορεία αυτής της μετατροπής σε μία άλλη διάταξη (που είναι τα προϊόντα), προκύπτει διαφορά ενέργειας η οποία ελευθερώνεται στο περιβάλλον. Πηγαίνοντας τώρα ανάποδα, μπορούμε να αντιστοιχήσουμε την ενέργεια αυτή σε «ύλη» που εξαφανίσθηκε.
Όσο για τον δεύτερο τύπο, αυτός εκφράζει την κινητική ενέργεια ενός σώματος που μετατοπίζεται μέσα στα όρια της καθημερινής (Νευτώνιας) Φυσικής, και φυσικά η μάζα του κάθε άλλο παρά χάνεται, το πολύ-πολύ να χωριστεί σε κομμάτια μετά από μια σφοδρή σύγκρουση.
Για να δούμε τώρα πώς εφαρμόζεται ο πρώτος τύπος, στην περίπτωση της πυρηνικής σχάσης.
Όπως είναι γνωστό, μια κλασική πυρηνική βόμβα σχάσης ουρανίου (όπως αυτή που έπεσε στη Χιροσίμα) εκρήγνυται όταν δύο κομμάτια ουρανίου U-235 καθαρότητας τουλάχιστον 90%, ενωθούν ισχυρά ώστε να αποτελέσουν μία ενιαία συμπαγή μάζα, μεγαλύτερη από την κρίσιμη μάζα που απαιτείται για να ξεκινήσει η αλυσιδωτή αντίδραση. Η αντίδραση αυτή παράγει προϊόντα μεταστοιχείωσης (δηλαδή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που συμμετείχαν αρχικά στην αντίδραση) τα οποία έχουν συνολικά λίγο μικρότερη μάζα από τη αρχική. Η μάζα που «λείπει» αντιστοιχεί στην ενέργεια που απελευθερώθηκε, όπως εξηγήθηκε παραπάνω.
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα, (ή μάλλον δύο) που εμποδίζουν το μεγαλύτερο μέρος του σχάσιμου υλικού να συμμετέχει στη σχάση.
Οι λόγοι είναι ότι τόσο η παραγωγή προϊόντων μεταστοιχείωσης όσο και ο μηχανικός κατακερματισμός του σχάσιμου υλικού καθώς ξεκινά να εκρήγνυται, διακόπτουν την αλυσιδωτή αντίδραση καθώς δεν υπάρχει πλέον ενιαία μάζα σχάσιμου υλικού μεγαλύτερη από την κρίσιμη ποσότητα. Γι' αυτό πρακτικά ένας πυρηνικός αντιδραστήρας δεν μπορεί να καταλήξει σε ατομική βόμβα. Η ίδια η αρχή της έκρηξης σταματάει την εξέλιξή της, εκτός αν το πυρηνικό υλικό συνενωθεί και διατηρηθεί κάτω από τεράστια πίεση.
Συγκεκριμένα, στην περίπτωση της βόμβας της Χιροσίμα, εκτιμάται ότι από τα συνολικά 64kg ουρανίου U-235 που περιείχε, μόνον 1kg περίπου συμμετείχε στη σχάση, αλλά και από αυτό μόνο το ισοδύναμο 1g μετατράπηκε τελικά σε ενέργεια. Μάλιστα, για την παραγωγή των 64 αυτών κιλών ουρανίου, χρειάστηκε να εμπλουτιστούν 10t φυσικού ουρανίου (βασικά ουρανίου U-238) στο οποίο το σχάσιμο U-235 περιέχεται σε ποσοστό μικρότερο από 1%.
Ακόμα, πολλαπλάσια των 10t ποσότητα του ορυκτού πισουρανίτη έπρεπε προηγουμένως να εξορυχθεί και να υποστεί βασική κατεργασία, ώστε να καταλήξει σε φυσικό ουράνιο.
Πολύ καλύτερη απόδοση επιτυγχάνεται με τη χρήση πλουτωνίου για τη σχάση (παραγόμενο από U-238 μέσα σε πυρηνικούς αντιδραστήρες), οπότε η δεύτερη βόμβα που έπεσε λίγο αργότερα στο Ναγκασάκι, είχε κατασκευαστεί με πλουτώνιο και αρκετά διαφορετική τεχνολογία.
99. Η πολύπλοκη Φυσική των ελεύθερων σκοπευτών.
Ο στόχος (κυριολεκτικά) του ελεύθερου σκοπευτή στον στρατό είναι να εξουδετερώνει ανθρώπινους στόχους «αξίας» από μεγάλη απόσταση, με μία βολή και χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Προφανώς πρέπει να είναι άριστος σκοπευτής, με πλήρη γνώση των βλητικών χαρακτηριστικών του συνδυασμού όπλου - πυρομαχικών του, και με την ικανότητα να μένει ακίνητος για πολλές ώρες γινόμενος "ένα" με το περιβάλλον.
Όταν όμως η βολή είναι ιδιαίτερα μακρινή, σε αποστάσεις που πλησιάζουν ή και υπερβαίνουν το ένα χιλιόμετρο (γίνονται και επιτυχείς βολές κοντά στα δύο χιλιόμετρα, με τη μακρύτερη καταγεγραμμένη στα 3.5km), υπάρχουν ιδιαίτερα θέματα Φυσικής που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
Οι προφανείς δύο παράγοντες είναι η βαρύτητα και ο άνεμος, που η πρώτη εκτρέπει τη βολίδα προς τα κάτω και ο δεύτερος προς το πλάι.
Στις μεγάλες αποστάσεις όμως, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο πολύπλοκα. Κατ’ αρχήν ο άνεμος σπάνια θα είναι ακριβώς κάθετος στην τροχιά της βολίδας, άρα θα υπάρχει πάντα μία συνιστώσα που είτε θα σπρώχνει τη βολίδα προς τον στόχο είτε θα τη φρενάρει, σε σχέση φυσικά με τον ακίνητο αέρα. Και παρόλο που η απόσταση προς τον στόχο μπορεί να μετρηθεί με ακρίβεια με οπτικό τρόπο (συνήθως από τον συνεργάτη του σκοπευτή), η πτώση της βολίδας στο κατακόρυφο επίπεδο εξαρτάται τόσο από την κατά μήκος συνιστώσα του ανέμου αλλά και από την πίεση, θερμοκρασία και υγρασία του αέρα!
Και δεν είναι μόνο αυτό. Επειδή η βολίδα περιστρέφεται ταχύτατα κατά την πορεία της (εξαιτίας των ραβδώσεων της κάνης), αναπτύσσεται ισχυρό γυροσκοπικό φαινόμενο που τη διατηρεί παράλληλη με την κάνη κατά την τροχιά της. Καθώς όμως η βολίδα αρχίζει να χάνει ύψος, παραμένοντας πάντα παράλληλη με την κάνη, συναντά τον αέρα υπό κάποια γωνία (από εμπρός και κάτω) και όχι ακριβώς κατά τον άξονά της. Ο «φαινόμενος» αυτός άνεμος σπρώχνει τη μύτη της βολίδας προς τα επάνω, αλλά εξαιτίας του φαινομένου της γυροσκοπικής μετάπτωσης η βολίδα γυρίζει (ελάχιστα βέβαια) προς το πλάι. Η θέση αυτή όμως προβάλει μέρος της πλευρικής επιφάνειας στον φαινόμενο άνεμο, με αποτέλεσμα να σπρωχτεί λίγο προς το πλάι της αρχικής τροχιάς της*.
Και δεν είναι μόνο τα παραπάνω, καθώς εδώ υπεισέρχεται πλέον και η περιστροφή της Γης, με τη μορφή των επιδράσεων Coriolis και Eötvös (από τα ονόματα των ανθρώπων που εξήγησαν για πρώτη φορά τα αντίστοιχα φαινόμενα).
Η επίδραση Coriolis αφορά την προς το πλάι μετακίνηση ενός βλήματος που κινείται στον άξονα Βορρά - Νότου (ή έχει κάποια συνιστώσα της κίνησής του στον άξονα αυτόν) και οφείλεται στο ότι περιοχές με διαφορετικό γεωγραφικό πλάτος επάνω στη Γη έχουν διαφορετικές γραμμικές ταχύτητες εξαιτίας της περιστροφής της Γης. Και μάλιστα όσο πιο κοντά στους Πόλους βρίσκονται τα σημεία αυτά, τόσο η επίδραση είναι εντονότερη.
Αντίστοιχα, η επίδραση Eötvös εμφανίζεται κατά την κίνηση στον άξονα Ανατολής –Δύσης, και η επίδραση είναι πιο έντονη κοντά στον Ισημερινό. Οφείλεται στη διαφορά ταχύτητας του βλήματος σε σχέση με τη γραμμική της Γης στο συγκεκριμένο γεωγραφικό πλάτος, καθώς αν το βλήμα κινείται ανατολικά το βάρος του φαίνεται να μειώνεται, ενώ προς τα δυτικά το βάρος του φαίνεται να αυξάνεται. Η εξήγηση είναι ότι το βάρος ενός σώματος είναι ίσο με την έλξη της Γης μείον τη «φυγόκεντρο» που δημιουργείται καθώς το σώμα αυτό περιστρέφεται γύρω της, αφού η δύναμη αυτή (στην ουσία η αντίδραση στην κεντρομόλο) προσπαθεί να το απομακρύνει απ’ αυτήν. Έτσι κινούμενο ανατολικά στην ταχύτητά του προστίθεται η ταχύτητα περιστροφής της Γης, ενώ κινούμενο δυτικά αφαιρείται. (Για τον ίδιο λόγο οι πύραυλοι μπαίνουν σε τροχιά κινούμενοι ανατολικά).
Ίσως οι επιδράσεις Coriolis και Eötvös να μοιάζουν αμελητέες, όμως σε αποστάσεις της τάξης του ενός χιλιομέτρου ήδη εκτρέπουν τη βολίδα του ελεύθερου σκοπευτή κατά μερικά εκατοστά, αρκετά για να κάνουν τη διαφορά της επιτυχίας από την αποτυχία. Ειδικά όταν δεν υπάρχει περιθώριο για προηγούμενες βολές ρύθμισης, ούτε για επόμενες σε περίπτωση αποτυχίας.
ΥΓ. Η άκρη της κάνης είναι πολύ σημαντικό να μην έχει κάποια χαρακιά ή την παραμικρή φθορά, γιατί αν τα αέρια που ξεκινούν να διαφεύγουν μόλις το βλήμα εγκαταλείψει την κάνη δεν το κάνουν με απολύτως συμμετρικό τρόπο, ασκούνται πλάγιες δυνάμεις στη βάση του βλήματος που επηρεάζουν την τροχιά του.
*Ο προσεκτικός αναγνώστης θα αναρωτηθεί εάν ο πλευρικός άνεμος προκαλεί ενδεχομένως και το φαινόμενο Magnus καθώς η βολίδα περιστρέφεται (όπως γίνεται για παράδειγμα με τα «φάλτσα» στις μπάλες του ποδοσφαίρου και του τένις). Πράγματι το φαινόμενο υπάρχει, αλλά για τις αποστάσεις (και τον χρόνο πτήσης) της βολίδας του ελεύθερου σκοπευτή είναι αμελητέο. Λαμβάνεται όπως υπόψη στα βλήματα του πυροβολικού, που βρίσκονται στον αέρα για πολύ μεγαλύτερο χρόνο.
100. Γιατί το γυαλί είναι διάφανο;
Ίσως το ερώτημα θα έπρεπε να ήταν, γιατί όλα τα υλικά δεν είναι διάφανα; Και αυτό επειδή, η κλασική θεώρηση των μορίων και των ατόμων τα παρουσιάζει να έχουν έναν μικροσκοπικό σφαιρικό πυρήνα με έναν τεράστιο άδειο χώρο γύρω τους, στον οποίο περιστρέφονται (σαν πλανήτες γύρω από τον ήλιο) μερικά ελάχιστα σε μέγεθος ηλεκτρόνια. Μια συνηθισμένη αναλογία είναι σαν να υπάρχει ένα ρεβίθι στη «σέντρα» ενός γηπέδου ποδοσφαίρου (ο πυρήνας) και στις κερκίδες να κινούνται μερικοί κόκκοι άμμου, τα ηλεκτρόνια.
Στην πραγματικότητα όμως (τουλάχιστον στην «πραγματικότητα» της κβαντομηχανικής), τα ηλεκτρόνια βρίσκονται «παντού και πουθενά», οπότε φαίνεται ότι όλος ο όγκος του γηπέδου να είναι κατειλημμένος από το πεδίο που δημιουργεί η κίνηση των ηλεκτρονίων.
Τότε γιατί το γυαλί αποτελεί εξαίρεση και είναι διάφανο;
Επειδή, για να εξαφανιστεί ένα φωτόνιο πρέπει κάποιο ηλεκτρόνιο να μπορεί να το απορροφήσει (αλλάζοντας προσωρινά ενεργειακή κατάσταση και τροχιά) και αυτό είναι κάτι που τα άμορφα υλικά (που είναι συνήθως υγρά και αέρια) δεν μπορούν να το κάνουν, γιατί δεν διαθέτουν κατάλληλη ενεργειακή τροχιά για τα ηλεκτρόνιά τους.
Το γυαλί είναι ουσιαστικά το μόνο άμορφο ανάμεσα στα στερεά υλικά, αλλά και πάλι η άρνησή του να απορροφήσει φωτόνια αφορά μόνο στα φωτόνια του ορατού φάσματος, ενώ αντίθετα απορροφά τα φωτόνια του υπεριώδους φάσματος, όπως ξέρουν (ή θα έπρεπε να ξέρουν) όσοι προσπάθησαν να κάνουν ηλιοθεραπεία πίσω από κοινό τζάμι.
Επιπλέον, πολλά στερεά υλικά είναι διαπερατά από φωτόνια πολύ μεγαλύτερης ενέργειας από του ορατού φωτός, γι’ αυτό και οι μαλακοί ιστοί του σώματος είναι διαφανείς στις ακτίνες Χ.

Ένα (ακόμα) παράδοξο που συνδέεται με το γυαλί είναι το φαινόμενο που ονομάζεται "Η σταγόνα του πρίγκιπα Ρούπερτ", γνωστό από τον 17ο αι. (εικόνα επάνω). Το σχήμα αυτό προκύπτει από την απότομη ψύξη μας σταγόνας λιωμένου γυαλιού που πέφτει μέσα σε κρύο νερό, αφήνοντας πίσω της μια λεπτή γυάλινη "ουρά". Και ενώ η "κεφαλή" της σταγόνας έχει πολύ μεγάλη αντοχή σε χτυπήματα, η "ουρά" είναι εύθραυστη, και μάλιστα όταν σπάσει προκαλεί ένα εσωτερικό ταχύτατο κύμα που φτάνει και διαλύει μέχρι και την πολύ ανθεκτική κεφαλή. Το φαινόμενο αποδίδεται στον βραδύτερο ρυθμό ψύξης της κεφαλής που την κάνει πολύ ανθεκτική σε εξωτερικά χτυπήματα, αλλά εύθραυστη σε εσωτερικά.
ΥΓ. Και όμως υπάρχει τρόπος να κάνουμε το γυαλί αδιάφανο "κατά παραγγελία", με μια μέθοδο που βρέθηκε τη δεκαετία του '80, και συνήθως κυκλοφορεί με το όνομα smart glass.
Το γυαλί αυτό αποτελείται από στρώσεις, με τη μεσαία να αποτελείται από κρυστάλλους
που ο προσανατολισμός τους αλλάζει με την εφαρμογή τάσης, με τρόπο ώστε να μην εμποδίζεται η διέλευση του φωτός. Το ενδιαφέρον είναι ότι το σύστημα είναι "ασφαλές", με την έννοια ότι συνήθως θέλουμε την αδιαφανή κατάσταση σε ενδεχόμενη διακοπή του ρεύματος.
Μια "παιχνιδιάρικη" χρήση της τεχνολογίας αυτής είναι σε τουαλέτες σε δημόσιους χώρους, που έχουν διάφανους γυάλινους τοίχους, οι οποίοι όμως γίνονται αδιαφανείς μόλις γυρίσει το μάνταλο που τις κλειδώνει.
101. Τέσσερεις διαφορετικές συσκευές για το ίδιο φυσικό μέγεθος.
Το εν λόγω φυσικό μέγεθος είναι η ωμική αντίσταση, και ανάλογα με την περιοχή που εκτιμάμε ότι βρίσκεται η τιμή της, θα πρέπει να επιλέξουμε:
-είτε κάποιου είδους ηλεκτρολογικής «γέφυρας» (η Wheatstone είναι η πιο γνωστή) για πολύ χαμηλές τιμές αντίστασης,
-είτε ένα ωμόμετρο για τη μεσαία περιοχή των τιμών αντίστασης,
-είτε ένα «megger» για τις πολύ ψηλές τιμές, κυρίως σε κυκλώματα που παρεμβάλλονται μονωτικά υλικά και μας ενδιαφέρει ειδικά η διαρροή ρεύματος προς γη,
-είτε ένα όργανο που παράγει μεγάλη ένταση αλλά με χαμηλή τάση, για τις περιπτώσεις μέτρησης αντιστάσεων γείωσης.
Η αρχή της μέτρησης, αν και στη βάση της είναι η ίδια, να εφαρμόζεται δηλαδή μια τάση και να μετριέται το ρεύμα που περνάει, μόνο στην περίπτωση του ωμόμετρου λειτουργεί ακριβώς έτσι.
Για τις πολύ χαμηλές τιμές αντίστασης, όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιείται μια «γέφυρα», δηλαδή ένα ηλεκτρικό κύκλωμα όπου η άγνωστη αντίσταση (Q) συγκρίνεται με μία ρυθμιζόμενη γνωστή αντίσταση (S), (εικόνα κάτω).
Το όργανο μέτρησης δείχνει ακριβώς τη στιγμή που επέρχεται η ισορροπία ανάμεσα στα δύο κυκλώματα, κάτι που είναι πολύ εύκολο να διαπιστωθεί με μεγάλη ακρίβεια, καθώς συμβαίνει όταν η ένταση μηδενίζεται.
Για τις μεσαίες τιμές αντίστασης, απλά εφαρμόζεται μια σταθερή τάση και το όργανο στην ουσία δείχνει το ρεύμα που περνάει (εικόνα κάτω).
Το όργανο όμως είναι βαθμονομημένο σε Ώμ (Ohm) μετά από δοκιμές, οπότε στην ουσία διαβάζουμε κατευθείαν την τιμή της αντίστασης.
Μέχρι εδώ όλα πάνε καλά, αλλά όσο αυξάνεται η τάση που εφαρμόζεται σε μια αντίσταση, η τιμή της παύει να εμφανίζει γραμμικότητα. Αυτό συμβαίνει επειδή σε μεγαλύτερες τάσεις παρουσιάζονται φαινόμενα εκκενώσεων, επιφανειακών διαρροών, διασπάσεων διακένων, κλπ, και ο νόμος του Ωμ (R=V/I) δεν μπορεί να εφαρμοστεί αξιόπιστα με τη μικρή μπαταρία (συνήθως 1.5V) ενός ωμόμετρου.
Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει η μέτρηση να γίνει με την εφαρμογή τάσης αντίστοιχης με την τάση λειτουργίας της αντίστασης, και αυτό ακριβώς κάνει η συσκευή με το όνομα megger (εμπορικό όνομα που χαρακτηρίζει πλέον όλες τις συσκευές αυτού του είδους). Στην εικόνα κάτω, συσκευή παλαιότερου τύπου με χειροκίνητο μανιατό (γεννήτρια συνεχούς ρεύματος).
Ο ενδείκτης της συσκευής στην ουσία επηρεάζεται (με ξεχωριστά πηνία) τόσο από την τάση που παράγει η συσκευή* όσο και από την ένταση που διαρρέει την αντίσταση που μετριέται. Η σχέση αυτών των δύο μεγεθών προκαλεί την κατάλληλη εκτροπή της βελόνας.
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο σημαντικό. Επειδή η συσκευή μετράει συνήθως κυκλώματα υψηλής τάσης οπότε θα πρέπει, όπως προαναφέρθηκα, να παράγει την τάση αυτή, η ισχύς των κυκλωμάτων της είναι επίτηδες περιορισμένη ώστε αν κατά λάθος έλθει κάποιος σε επαφή με την τάση αυτή το αποτέλεσμα να μην είναι θανατηφόρο (ή αν η προς μέτρηση αντίσταση είναι τελικά αρκετά χαμηλή, να μην προκληθεί βραχυκύκλωμα).
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με το κύκλωμα έναυσης των βενζινοκινητήρων, το οποίο παράγει περίπου 15.000V με αρκετή ισχύ για να δημιουργήσει τον σπινθήρα στην άκρη ενός μπουζί, αλλά όχι για να σκοτώσει έναν άνθρωπο (αν και θα του προκαλέσει ένα ισχυρό σοκ). Το ίδιο ισχύει και για τις συσκευές που χρησιμοποιεί η αστυνομία για την εξουδετέρωση υπόπτων.
Από την άλλη πλευρά, αν θελήσει κάποιος να μετρήσει με megger μια αντίσταση σχετικά χαμηλής τιμής, η μέτρηση μπορεί να τον ξεγελάσει καθώς η συσκευή αυτή είναι ρυθμισμένη να μετράει πολύ υψηλές τιμές (της τάξης των MOhm, δηλαδή εκατομμυρίων Ώμ), οπότε είναι σχετικά «αναίσθητη» σε χαμηλές τιμές αντιστάσεων.
*Καθώς η ισχύς της συσκευής είναι περιορισμένη για λόγους ασφαλείας, όταν η ένταση που διαρρέει την προς μέτρηση αντίσταση είναι υψηλή, η τάση "γονατίζει", και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για να παραμένει η ένδειξη σωστή.
Τέλος υπάρχει ένα είδος "αντίστροφου megger", που παράγει δηλαδή σχετικά μεγάλη ένταση υπό χαμηλή τάση, έτσι ώστε να προσομοιάζονται τα ρεύματα των βραχυκυκλωμάτων, οπότε χρησιμοποιείται για τη μέτρηση αντιστάσεων γείωσης (εικόνα κάτω).
Γενικά, μια αντίσταση θα πρέπει να μετριέται κατά το δυνατόν κοντά στα μεγέθη λειτουργίας της (τάσης ή έντασης), αλλά με πολύ περιορισμένη ισχύ ώστε να μην προκληθεί βραχυκύκλωμα ή να κινδυνεύσει ο χειριστής της.
102. Ψάρια ζόμπι!

Η παραπάνω προσομοίωση δείχνει πώς συμπεριφέρεται ένα νεκρό (αλλά φρέσκο, δηλαδή εύκαμπτο) ψάρι, εφόσον πιαστεί μέσα στις δίνες που σχηματίζονται από εμπόδια μέσα σ’ ένα ρεύμα νερού, συνήθως μεγάλες πέτρες σε ποτάμι. Το εκπληκτικό είναι ότι το νεκρό ψάρι φαίνεται να κολυμπάει, και μάλιστα να προωθείται αντίθετα από τη ροή του νερού!
Η εξήγηση είναι ότι οι δίνες που σχηματίζουν τα εμπόδια και η ευκαμψία του ψαριού συνδυάζονται έτσι ώστε το ψάρι να μπει σε μία οριζόντια ταλάντωση, πολύ παρόμοια με αυτή που κάνει όταν κολυμπάει. Το αποτέλεσμα είναι το νεκρό ψάρι να προωθείται ενάντια στο ρεύμα και μάλιστα αν φτάσει στην αρχή της περιοχής δημιουργίας των στροβίλων, μπορεί να παρασυρθεί προς τα πίσω και η διαδικασία να ξεκινήσει από την αρχή.
Προσέξτε στην εικόνα τους «θύλακες» χαμηλής πίεσης που δημιουργούνται από τους στροβίλους (εκεί όπου οι γραμμές της ροής αραιώνουν) και οι οποίοι υποβάλλουν το ψάρι σε εναλλασσόμενη κάμψη. Προφανώς, το φαινόμενο αυτό το διαισθάνονται τα (ζωντανά) ψάρια και το αξιοποιούν, ώστε να προωθούνται χωρίς κόπο ενάντια στο ρεύμα του ποταμού, εφόσον η διαμόρφωση των εμποδίων δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες.
Ένα σχετικό βίντεο (στα αγγλικά), υπήρχε στη διεύθυνση που σημειώνεται παρακάτω. Η προσομοίωση του νεκρού ψαριού γίνεται προς το τέλος:
https://www.fishsens.com/blog/video-shows-how-a-dead-trout-can-swim-upstream/
103. Γιατί συμβαίνει η Διάθλαση;
Η διάθλαση συμβαίνει όταν το φως περνάει από ένα διαφανές μέσο σε κάποιο άλλο επίσης διαφανές, αλλά με διαφορετική «οπτική πυκνότητα» ή σωστότερα διαφορετικό δείκτη διάθλασης, και εφόσον δεν πέφτει τελείως κάθετα στη μεταξύ τους διαχωριστική επιφάνεια.
Εικόνα 1. Η κλασική εικόνα της διάθλασης, με είσοδο / έξοδο σε μη παράλληλα επίπεδα, οπότε τα χρώματα του φάσματος διαχωρίζονται σημαντικά και είναι εύκολο να παρατηρηθούν.
Και επίσης γνωστό, ότι όταν «λευκό» φως μπαίνει υπό γωνία σε κάποιο οπτικό μέσο και στη συνέχεια βγαίνει απ’ αυτό, εφόσον η επιφάνεια εισόδου είναι παράλληλη με την επιφάνεια εξόδου η δέσμη απλά μετατοπίζεται προς στο πλάι, όπως στην εικόνα 2, χωρίς να αναλύεται στα χρώματα του φάσματος.
Εικόνα 2.
Θα αναρωτηθεί όμως κάποιος: Αν το φως μπαίνοντας στο νέο υλικό υπό γωνία αρχίζει να αναλύεται στα χρώματα του φάσματος, όπως φαίνεται στην εικόνα 1, πώς ξανασυντίθεται σε λευκό φως βγαίνοντας από την άλλη παράλληλη επιφάνεια; Η απάντηση είναι, ότι ουσιαστικά δεν ξανασυντίθεται!
Ας παρακολουθήσουμε τι συμβαίνει, στην εικόνα 3.
Εικόνα 3.
Μπαίνοντας το λευκό φως (μαύρο στο σχέδιο για πρακτικούς λόγους) λοξά σε ένα οπτικό μέσο με μεγαλύτερο δείκτη διάθλασης, αρχίζει να διαχωρίζεται ανάλογα με το μήκος κύματος κάθε χρώματος. Στη συνέχεια θα παρακολουθήσουμε την πορεία του κόκκινου που κάμπτεται λιγότερο, και του μπλε που κάμπτεται περισσότερο. Βγαίνοντας από την απέναντι παράλληλη επιφάνεια, η διαδικασία αντιστρέφεται και το κάθε χρώμα κάμπτεται στην ίδια ακριβώς γωνία (ως προς την κάθετη στις παράλληλες επιφάνειες) με την οποία μπήκε στο υλικό.
Είναι λοιπόν προφανές, ότι οι διαχωρισμένες ακτίνες ταξιδεύουν πλέον παράλληλα και δεν ξαναενώνονται (το ίδιο φυσικά ισχύει και για τα άλλα ενδιάμεσα χρώματα). Πως ξαναγίνεται λοιπόν η ακτίνα λευκή;
Αν παρατηρήσουμε το σχέδιο στα δεξιά, θα δούμε ότι καθώς η λευκή ακτίνα αποτελείται στην πραγματικότητα από ένα μεγάλο σύνολο απειροελάχιστα λεπτών λευκών ακτίνων που υφίστανται την ίδια αλλαγή, όλα τα χρώματα συντίθεται για να δώσουν λευκό (θυμίζουμε, φαίνεται μαύρο στο σχέδιο), εκτός από τις τελείως «ακριανές» ακτίνες του κόκκινου και μπλε που όμως είναι τόσο λεπτές, που περνούν απαρατήρητες. Επίσης, απαρατήρητη περνά η ελαφρά «πάχυνση» της λευκής ακτίνας κατά την έξοδό της.
Για παρόμοιο λόγο δεν βλέπουμε την ανάλυση του φάσματος αν κρατήσουμε ένα πρίσμα στον ήλιο, ή στον πυθμένα μίας πισίνας ακόμα και όταν ο ήλιος δεν είναι κάθετος. Για να φανούν τα χρώματα του φάσματος, η δέσμη του λευκού φωτός πρέπει να είναι (όπως στην εικόνα 1), πολύ λεπτή.
Ας δούμε τώρα ένα πιο δύσκολο θέμα. Γιατί συμβαίνει η διάθλαση; Και δεν εννοούμε τους νόμους της διάθλασης που είναι απλοί και υπάρχουν σε κάθε εγχειρίδιο Φυσικής, αλλά γιατί το φως συμπεριφέρεται έτσι.
Η πιο απλή εξήγηση είναι ότι το φως θέλει να είναι όσο πιο γρήγορο γίνεται, με την έννοια ότι θέλει να μειώσει τον χρόνο μετακίνησής του στο μηδέν. (Σύμφωνα με τη θεωρία της Σχετικότητας αυτό συμβαίνει πράγματι για το ίδιο το φως στο κενό, δεν ισχύει όμως για τον εξωτερικό παρατηρητή).
Ο Φερμά το είχε διατυπώσει κάπως διαφορετικά τον 17ο αι., ότι δηλαδή το φως επιλέγει τη χρονικά συντομότερη διαδρομή.
Όμως, μέσα από οπτικά μέσα όπως ο αέρας (πρακτικά χωρίς διαφορά από το κενό), το νερό, το γυαλί, το διαμάντι κλπ, η ταχύτητά του φωτός (σωστότερα, η ταχύτητα διάδοσής του) είναι σαφώς μικρότερη από αυτή στο κενό, γιατί απλά υπάρχουν «εμπόδια» με τη μορφή πεδίων των ατόμων. Στο νερό για παράδειγμα, η ταχύτητα του φωτός είναι το 75% της ταχύτητάς του στο κενό.
Εικόνα 4. Μία "απλοϊκή" προσπάθεια να εξηγηθεί η κάμψη του φωτός περνώντας λοξά σε πιο αργό περιβάλλον, είναι το καρότσι που επιβραδύνεται αρχικά «μονόπαντα» και υποχρεώνεται σε ελαφρά δεξιά στροφή, εξαιτίας του γεγονότος ότι οι δεξιοί του τροχοί βρίσκονται πρώτοι μέσα σε περιβάλλον αυξημένης αντίστασης.
Εικόνα 5.
Η καλύτερη εξήγηση δίνεται στην εικόνα 5, με το παράδειγμα ενός ανθρώπου που είναι στην ξηρά και βλέπει κάποιον να ζητάει βοήθεια, σε κάποια απόσταση μέσα στη θάλασσα. Από τις τρείς επιλογές διαδρομής που έχει, αυτή που θα τον φέρει συντομότερα κοντά στον άνθρωπο που χρειάζεται βοήθεια είναι να τρέξει τη μεγαλύτερη απόσταση στο έδαφος και στη συνέχεια να κινηθεί προς τον άνθρωπο κολυμπώντας, με μικρότερη φυσικά ταχύτητα (πράσινη διαδρομή). Οι άλλες δύο επιλογές διαδρομής είναι φανερό (και αποδεικνύεται μαθηματικά) ότι είναι πιο αργές. Αυτό ισχύει στην περίπτωση του παραδείγματος για οποιαδήποτε θέση του διασώστη και του κολυμβητή.
Παρόμοια, και η ακτίνα του φωτός, καθώς δεν ξέρει παρά τη γωνία με την οποία συναντά την επιφάνεια διαχωρισμού, η μόνη δυνατότητα που έχει είναι να υπακούει στον σχετικό μαθηματικό νόμο (του Snell) που λέει ότι ο λόγος των ημιτόνων των γωνιών που σχηματίζει η ακτίνα με την κάθετη στην επιφάνεια διαχωρισμού είναι ίσος με τον λόγο των ταχυτήτων στα δύο μέσα. Έτσι, σε όποιο σημείο του πυκνότερου διαθλαστικά μέσου και να καταλήξει η ακτίνα, θα είναι στον μικρότερο χρόνο. Τελικά, ο καλύτερος συμβιβασμός πετυχαίνει αυτό που πραγματικά επιδιώκει το φως, να καμφθεί δηλαδή η ακτίνα «τόσο όσο» ώστε η συνολική καθυστέρηση να είναι η ελάχιστη.
ΥΓ1. Με αντίστοιχο τρόπο, ένα πολύ ισχυρό βαρυτικό πεδίο (από ένα μεγάλο ουράνιο σώμα πχ) παραμορφώνει τον χώρο στην περιοχή του και δρα επιβραδυντικά για το φως (καθυστερώντας τη ροή του χρόνου), οπότε η πορεία του φωτός "κάμπτεται" (εικόνα κάτω).
Μια άλλη περίπτωση βαθμιαίας "κάμψης" του φωτός, είναι η χρήση γυαλιού μεταβαλλόμενου δείκτη διάθλασης (εικόνα επάνω). Το φως κάμπτεται προς την πλευρά που ο δείκτης διάθλασης αυξάνεται. Κάτι που γίνεται και στην ατμόσφαιρα, εξαιτίας της μεταβαλλόμενης πυκνότητά της.
ΥΓ2. Σε συνθήκες εργαστηρίου, σε πολύ υψηλό κενό και σε απόλυτο μηδέν θερμοκρασίας, χρησιμοποιώντας άτομα νατρίου και laser, επιστήμονες πέτυχαν να επιβραδύνουν το φως στην ταχύτητα των 60km/h, μικρότερη δηλαδή και απ' αυτήν ενός αυτοκινήτου!
ΥΓ2. Μία συνέπεια της διάθλασης είναι η "στίλβη" των αστεριών, δηλαδή το τρεμοπαίξιμό τους.
Ένας εύκολος τρόπος να διακρίνουμε ένα άστρο από έναν πλανήτη κοιτάζοντας τον νυχτερινό ουρανό, είναι ότι τα άστρα έχουν έντονη στίλβη σε αντίθεση με τους πλανήτες, των οποίων το φως είναι σαφώς πιο σταθερό. Αυτό οφείλεται στη μεταβαλλόμενη διάθλαση στα στρώματα της ατμόσφαιρας και στο ότι το φως των άστρων είναι σημειακό. Αντίθετα οι πλανήτες έχουν κάποια επιφάνεια (γι αυτό εξάλλου μπορούν να μεγεθυνθούν με ένα τηλεσκόπιο), οπότε το φως τους προέρχεται από διαφορετικά σημεία τους, συνεπώς η επίδραση της διάθλασης είναι (εν μέρει) αλληλοαναιρούμενη (βλ εικόνα κάτω).
104. Μετασχηματιστές και κιβώτια ταχυτήτων.
Τι σχέση έχουν οι μετασχηματιστές με τα κιβώτια ταχυτήτων*;
Πολλή, καθώς και οι δύο συσκευές λειτουργούν με παρόμοιες αρχές Φυσικής, και μάλιστα είναι πιο εύκολο να καταλάβουμε τη λειτουργία ενός μετασχηματιστή, αν την συγκρίνουμε με αυτήν ενός κιβωτίου ταχυτήτων.
Στο τελευταίο, όση ισχύς μπαίνει, τόση και βγαίνει, αν εξαιρέσουμε τις μικρές εσωτερικές θερμικές απώλειες. Το ίδιο ισχύει και για τον μετασχηματιστή.
Στο κιβώτιο ταχυτήτων η ισχύς εκφράζεται σαν: Ρ = Μ x Rpm, αντίστοιχα για τον (μονοφασικό) μετασχηματιστή ισχύει: P = V x I. Οπότε όταν ο ένα όρος αυξάνεται, εφόσον η συνολική ισχύς παραμένει (σχεδόν) σταθερή, ο άλλος μειώνεται κατά το ίδιο ποσοστό.
Θα μπορούσαμε μάλιστα να παρομοιάζουμε την ροπή (Μ) στο κιβώτιο ταχυτήτων με την ένταση (Ι) στον μετασχηματιστή, και αντίστοιχα τις στροφές (Rpm) στο κιβώτιο ταχυτήτων με την τάση (V) στον μετασχηματιστή.
Η πλευρά του κιβωτίου ταχυτήτων που μεταφέρει τη μεγαλύτερη ροπή έχει το μεγαλύτερο σε διάμετρο γρανάζι αλλά και τον χοντρότερο άξονα, αντίστοιχα η πλευρά του μετασχηματιστή με τη μεγαλύτερη ένταση έχει τον χοντρότερο αγωγό και καλώδια (αλλά τις λιγότερες σπείρες, και εδώ τα πράγματα είναι αντίστροφα με το κιβώτιο ταχυτήτων, καθώς το γρανάζι μεγάλης ροπής έχει και τα περισσότερα δόντια).
Και στις δύο περιπτώσεις, μπορούμε να έχουμε είτε μία, ή περισσότερες σχέσεις μετάδοσης. Και στις δύο περιπτώσεις, η ροή ισχύος μπορεί να γίνει το ίδιο καλά και προς τις δύο κατευθύνσεις (οπότε στην εικόνα του μετασχηματιστή επάνω, η επισήμανση primary και secondary έχουν μόνο συμβατική αξία). Και στις δύο περιπτώσεις, ο συνολικός όγκος της συσκευής είναι (προφανώς) ενδεικτικός της δυναμικότητας σε μέγιστη μεταφερόμενη ισχύ.
Τόσο τα κιβώτια ταχυτήτων όσο και οι μετασχηματιστές δεν απορροφούν ισχύ από την τροφοδοσία τους εφόσον δεν μεταφέρουν ισχύ στην έξοδό τους, παρά μόνο την ελάχιστη που απαιτείται για την αντιμετώπιση των θερμικών απωλειών τους. Και όσο φορτίζεται η έξοδός τους, τόσο (και αυτόματα) αυξάνεται και η απορροφούμενη ισχύς.
Αντίστοιχο είναι και ένα άλλο φαινόμενο, αυτό της απότομης αύξησης της απαιτούμενης ροπής (στο κιβώτιο ταχυτήτων) και της έντασης (στον μετασχηματιστή), εφόσον τους τροφοδοτήσουμε ξαφνικά. Αυτό είναι πιο εύκολο να ελεγχθεί στα κιβώτια ταχυτήτων καθώς συνήθως τροφοδοτούνται μέσω συμπλέκτη που επιτρέπει κάποια αρχική ολίσθηση. Αντίθετα, στους μετασχηματιστές η εφαρμογή της τάσης τυπικά γίνεται απότομα, με το κλείσιμο** ενός διακόπτη. Αλλά ακόμα και σ’ αυτή στην περίπτωση, η «εμπλοκή» στο ηλεκτρικό δίκτυο μπορεί να γίνει ομαλότερα με τη χρήση συστήματος χειροκίνητης ή και αυτόματης σταδιακής αύξησης της τάσης, μια τεχνική που εφαρμόζεται συνήθως σε πολύ μεγάλες συσκευές.
Το φαινόμενο που αναφέρθηκε παραπάνω, στην περίπτωση του κιβωτίου ταχυτήτων οφείλεται στη μηχανική αδράνεια των στρεφόμενων μερών (γραναζιών και αξόνων), ενώ στον μετασχηματιστή στην «αδράνεια» του μαγνητικού κυκλώματος του πυρήνα του, που πρέπει να μαγνητιστεί ξαφνικά.
* Ένα απλό κιβώτιο ταχυτήτων με μία μόνο σχέση μετάδοσης (όπως στην εικόνα) ονομάζεται γενικά και μειωτήρας, παρόλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την αύξηση της ταχύτητας περιστροφής.
**Κλείσιμο με την έννοια του κλεισίματος των επαφών του, ή αλλιώς ενεργοποίησή του.
105. Πόση ισχύ έχει ένα επιβατικό αεροπλάνο;
Περιέργως, δεν βρίσκουμε μια εύκολη απάντηση στο ερώτημα αυτό, για τα σύγχρονα αεροπλάνα.
Ενώ στα παλαιότερα αεροπλάνα που χρησιμοποιούσαν εμβολοφόρους κινητήρες με έλικες, η ισχύς σε ίππους αναφέρονταν σαφώς (αυτό εξακολουθεί ακόμα να ισχύει για κάθε ελικοφόρο αεροπλάνο), στα σύγχρονα αεροπλάνα με κινητήρες jet ή στους πυραύλους, αναφέρεται συνήθως μόνον η ώθηση που προσφέρει ο κινητήρας (ή οι κινητήρες).
Σ’ έναν εμβολοφόρο κινητήρα, που πρακτικά όλη την (ωφέλιμη) ισχύ του την παρέχει στην έλικα, η μέτρηση γίνεται σε ίππους (ή πιο πρόσφατα σε kW), όπως και σε έναν κινητήρα αυτοκινήτου, σύμφωνα με τον τύπο:
P = T x Rpm, όπου P: ισχύς, T: ροπή, Rpm: στροφές.
Έτσι τα μετρούμενα μεγέθη είναι η ροπή (με κάποιο είδους φρένο ή γεννήτρια) και οι στροφές, ενώ η ισχύς προκύπτει υπολογιστικά.
Σ’ έναν κινητήρα αντίδρασης όμως (jet* ή πυραυλοκινητήρα), η ισχύς δεν προκύπτει από τη στρέψη ενός άξονα, αλλά από την επιτάχυνση μάζας αερίων προς τα έξω. Στην περίπτωση αυτή, η ισχύς υπολογίζεται από τον τύπο:
P = F x V, όπου P: ισχύς, F: ώση, V: ταχύτητα κινητήρα, δηλαδή ταχύτητα αεροσκάφους/πυραύλου.
Το μέγεθος που μετριέται άμεσα είναι η ώση (παλιότερα με ελατήρια, τώρα πιεζοηλεκτρικά) οπότε η ισχύς προκύπτει από τον υπολογισμό που εμπεριέχει την ταχύτητα του συστήματος (η οποία βέβαια μπορεί να μεταβάλλεται).
Έτσι προκύπτει το φαινομενικά παράδοξο, ένα jet αεροπλάνο με τους κινητήρες του σε πλήρη ισχύ αλλά φρεναρισμένο και ακίνητο στο έδαφος, να έχει μηδενική (ωφέλιμη) ισχύ, παρά τις τεράστιες ποσότητες καυσίμου που προφανώς καταναλίσκει.
Στο λογικό ερώτημα, πού πηγαίνει όλη αυτή η ισχύς όσο το αεροπλάνο δεν κινείται, η απάντηση είναι σε θέρμανση και διαταραχή (στροβιλισμό) του αέρα, που βέβαια τελικά καταλήγει και αυτή σε θέρμανση του αέρα.
Για σύγκριση, αν θέλουμε να εξομοιώσουμε την ισχύ ενός ακίνητου αεροσκάφους jet με έναν εμβολοφόρο κινητήρα, είναι σαν ένα (πισωκίνητο) αυτοκίνητο να κάνει burn out με τους εμπρός τροχούς φρεναρισμένους, οπότε όλη η ισχύς του κινητήρα αναλώνεται στο να καίει από την τριβή τα πίσω λάστιχά του!
*αν όμως πρόκειται για κινητήρα jet που δίνει όλη του την ισχύ σε άξονα που κινεί έλικα (turboprop), τότε ο υπολογισμός γίνεται με την πρώτη μέθοδο. Το ίδιο ισχύει και για τους ατμοστροβίλους.
ΥΓ. Μία ιδιαίτερη περίπτωση είναι οι ατμομηχανές των παλαιών τρένων, που συνήθως συγκρίνονταν με τη ροπή τους, οπότε παραδοσιακά οι μονάδες που χρησιμοποιούνται ήταν πόδια επί λίβρες* (feet x pounds). Και αυτό επειδή οι ατμομηχανές αναπτύσσουν τη μέγιστη ροπή τους λίγο πριν ξεκινήσουν (οπότε η ισχύς τους, σύμφωνα με αυτά που προαναφέρθηκαν, είναι ακόμα μηδέν), αλλά είναι αυτή η ροπή που είναι ενδεικτική του φορτίου που μπορούν να σύρουν. Η μεγάλη ροπή των ατμομηχανών και ο μικρός σχετικά συντελεστής τριβής των τροχών με τις ράγες, προκαλούσε εντυπωσιακό "πατινάρισμα" των τροχών σε βαρυφορτωμένα τρένα ή "βιαστικούς" μηχανοδηγούς (εικόνα κάτω).
* Λίβρες και πάουντς είναι ουσιαστικά το ίδιο πράγμα. Η μονάδα είναι το Pound, αλλά το σύμβολο η Lb.
106. Οι καμπύλες ακτίνες τροχών και τροχαλιών.
Θα έχετε ενδεχομένως παρατηρήσει, ότι ειδικά σε αρκετά παλιά μηχανήματα, οι μασίφ ακτίνες των (μεγάλων) τροχών ή τροχαλιών ήταν συνήθως καμπυλωτές, παρά ίσιες.
Αυτό μοιάζει σαν περιττή πολυπλοκότητα (και σπατάλη μετάλλου), ειδικά σε μια εποχή που η κατασκευή των καλουπιών για τη χύτευση μεταλλικών αντικειμένων γίνονταν με το χέρι.
Η εξήγηση έχει να κάνει ακριβώς με το γεγονός ότι οι μεγάλες μεταλλικές τροχαλίες ή τροχοί κατασκευάζονταν με χύτευση, η οποία όμως ακόμα δεν είχε εξελιχθεί αρκετά, ώστε να αποφεύγονται ρωγμές κατά τη συστολή του εξαρτήματος με την ψύξη του.
Οι καμπύλες ακτίνες παρείχαν κάποιο βαθμό ελαστικότητας, που επέτρεπε ώστε οι εσωτερικές τάσεις που αναπτύσσονταν κατά την ψύξη του μετάλλου, να μην καταλήγουν σε ρηγμάτωση.
Επιπλέον, στην περίπτωση των τροχών (σιδηροδρομικών πχ), το καμπύλο σχήμα λειτουργούσε στοιχειωδώς και σαν "ελατήριο" μειώνοντας τους κραδασμούς και τις καταπονήσεις. Και τελικά, μάλλον τους έκανε και ομορφότερους.
107. Ηλεκτρολυτική διάβρωση, μια ανεπιθύμητη μπαταρία.Η ηλεκτρολυτική (ή ηλεκτροχημική) διάβρωση είναι ένα φυσικό φαινόμενο που συμβαίνει όταν δύο διαφορετικά μέταλλα βρίσκονται σε αγώγιμη επαφή, και ταυτόχρονα σε ηλεκτρολυτικό περιβάλλον.
Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται μια μπαταρία και μάλιστα «βραχυκυκλωμένη», καθώς θετικά ιόντα διαφεύγουν από την επιφάνεια του λιγότερου «ευγενούς» μετάλλου, ενώ ταυτόχρονα ηλεκτρόνιά του κινούνται μέσω της αγώγιμης επαφής, προς το πιο ευγενές μέταλλο.
Αλλά ενώ η μετακίνηση ηλεκτρονίων δεν είναι πρόβλημα, τα θετικά ιόντα ΕΙΝΑΙ υλικό, και σημαίνει τη σταδιακή διάλυσή του.
Με αυτόν το τρόπο, το λιγότερο ευγενές μέταλλο θα φθαρεί τελικά μέχρις της εξαφάνισής του.
Εικόνα 1. Η πιο συνηθισμένη περίπτωση ηλεκτρολυτικής διάβρωσης είναι η επαφή σιδήρου με χαλκό, σε θαλασσινό περιβάλλον ή μέσα στο έδαφος.
Εικόνα 2. Πώς τα διαφορετικά μέταλλα λειτουργούν σαν μπαταρία, εφόσον υπάρχει αγώγιμη επαφή μεταξύ τους. Η άνοδος της μπαταρίας, η οποία παρέχει τα θετικά ιόντα, φθείρεται.
Ένα χαρακτηριστικό και μάλιστα έντονο ηλεκτρολυτικό περιβάλλον, είναι το θαλασσινό νερό αλλά και το έδαφος, αν και το δεύτερο λιγότερο έντονο και μεγαλύτερης ηλεκτρικής αντίστασης, κάτι που καθορίζει και τον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος.
Επιπλέον, μεταλλικοί σωλήνες στο έδαφος που μεταφέρουν υγρά καύσιμα, υποφέρουν και από τη διάβρωση που δημιουργεί (έμμεσα) ο στατικός ηλεκτρισμός που αναπτύσσουν οι υδρογονάνθρακες κατά τη ροή τους, εξαιτίας της τριβής τους με τα τοιχώματα.
Τέλος, ακόμα και απλές σιδερένιες ράβδοι μέσα στο έδαφος μπορούν να διαβρωθούν ηλεκτρολυτικά, εφόσον κυκλοφορεί ηλεκτρικό ρεύμα μέσα από αυτές χωρίς να γίνεται αντιληπτό (πχ από επαγωγική τάση, όταν βρίσκονται κοντά σε γραμμές υψηλής τάσης, υποσταθμούς κλπ).
Εικόνα 3. Κάθε μέταλλο του πίνακα, προστατεύεται από οποιοδήποτε άλλο μέταλλο βρίσκεται χαμηλότερά του στη σειρά, εφόσον βρίσκονται σε επαφή. Τα πιο συνηθισμένα μέταλλα που χρησιμοποιούνται για προστασία και προφανώς βρίσκονται στον «πάτο» του πίνακα, είναι ο Ψευδάργυρος (Zinc) και το Μαγνήσιο (Magnesium). Προσέξτε την απόσταση του Τιτανίου από το Αλουμίνιο. Αυτή η απόσταση έχει δημιουργήσει προβλήματα σε αεροπορικές κατασκευές από Αλουμίνιο που χρησιμοποιούν βίδες από Τιτάνιο σε θαλασσινό περιβάλλον, οπότε στις περιπτώσεις αυτές συνήθως οι βίδες Τιτανίου αντικαθίστανται από ανοξείδωτες.
Ο καλύτερος και απλούστερος τρόπος αντιμετώπισης, όταν υπάρχουν οι συνθήκες που μπορούν να προκαλέσουν ηλεκτρολυτική διάβρωση, είναι η ηλεκτρική απομόνωση των δύο διαφορετικών μεταλλικών υλικών έτσι ώστε να μην έχουν αγώγιμη επαφή μεταξύ τους, παρεμβάλλοντας ακόμα και ένα πολύ μικρό κομμάτι λάστιχου, πλαστικού ή ξύλου, καθώς η διαφορά δυναμικού (τάση) που αναπτύσσεται είναι ελάχιστη.
Θα πρέπει να δοθεί όμως προσοχή, ώστε και οποιαδήποτε συνδετικά στοιχεία μεταξύ των μεταλλικών υλικών που μονώθηκαν, πχ μπουλόνια κλπ, να είναι επίσης κατάλληλα μονωμένα, ώστε να μην «βραχυκυκλώνουν» τη βασική μόνωση.
Η πιο συνηθισμένη μέθοδος προστασίας όμως, είναι η παθητική και η ενεργητική καθοδική προστασία (ονομάζονται έτσι επειδή προστατεύεται η κάθοδος), που επεξηγούνται στο παρακάτω σχήμα.
Εικόνα 4. Οι δύο συνηθισμένες μέθοδοι προστασίας, όταν δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η απομόνωση των διαφορετικών μετάλλων: Αριστερά η «παθητική» μέθοδος της θυσιαζόμενης ανόδου, συνήθως ηλεκτρόδιο ψευδαργύρου ή μαγνησίου, και δεξιά η «ενεργητική» μέθοδος με την επιβολή ηλεκτρικού ρεύματος συνεχούς τάσης, ώστε το προστατευόμενο υλικό να γίνει λίγο πιο αρνητικό από το ηλεκτρόδιο. Η πρώτη μέθοδος χρησιμοποιείται συνήθως στα καράβια, ενώ η δεύτερη στους σωλήνες. Η δεύτερη μέθοδος συνδυάζεται συχνά και με κάποιου είδους μονωτικής επικάλυψης της επιφάνειας.
Επίσης, αν προσέξατε η δεύτερη μέθοδος εξηγεί γιατί συνδέουμε τον αρνητικό πόλο της μπαταρίας του αυτοκινήτου στο σασσί του, έτσι ώστε να μην προκαλούνται διαβρώσεις. Κάτι που παρατηρήθηκε ότι συνέβαινε, όταν αρχικά συνδέονταν ο θετικός πόλος στο σασσί. Τον ρόλο του (πολύ ασθενούς) ηλεκτρολύτη, παίζει ο συνδυασμός υγρασία και ρύπων.
Εικόνα 5. Η εφαρμογή των θυσιαζόμενων ανοδίων σε σκάφος (τα λευκά διάσπαρτα πλακίδια). Στα σκάφη, το πρόβλημα είναι επικεντρωμένο στην περιοχή της πρύμνης, όπου βρίσκεται η συνήθως μπρούτζινη έλικα και τα επίσης μπρούτζινα έδρανα της ίδιας αλλά και του τιμονιού. Εξαιτίας λοιπόν της επαφής με τον μπρούτζο που αποτελείται κυρίως από χαλκό, το σίδερο της περιοχής της πρύμνης θα διαβρώνονταν. Τα ανόδια συνήθως αλλάζονται κατά τον δεξαμενισμό του σκάφους, για τις συνηθισμένες εργασίες καθαρισμού, βαφής κλπ.
Μία επίσης συνηθισμένη μέθοδος προστασίας είναι η εν θερμώ επιψευδαργύρωση του σιδήρου, που χρησιμοποιείται στις δομικές σιδηροκατασκευές και στην αυτοκινητοβιομηχανία (στην τελευταία τουλάχιστον για το κάτω μέρος του αμαξώματος), για την αυξημένη προστασία που απαιτείται από το αλάτι που ρίχνεται τον χειμώνα στους δρόμους.
Η επιψευδαργύρωση έχει μάλιστα το διπλό όφελος να προστατεύει τον σίδηρο και από την ατμοσφαιρική διάβρωση, που εφόσον δεν υπάρχει επαφή με διαφορετικό μέταλλο είναι η πρωταρχική αιτία διάβρωσης.
Για το τέλος, αφήσαμε την ενδιαφέρουσα ιστορία για το πώς ξεκίνησε η καθοδική προστασία, και μάλιστα με επιτυχία.... που προκάλεσε την αποτυχία της!
Το έτος ήταν το 1824, και το πρόβλημα προς αντιμετώπιση ήταν η διάβρωση της χάλκινης επικάλυψης της γάστρας του HMS Samarang, για την οποία χρησιμοποιήθηκαν θυσιαζόμενα ανόδια από σίδηρο.
Η ιδέα ήταν σωστή από ηλεκτροχημικής πλευράς και δούλεψε, αλλά με μία απροσδόκητη παρενέργεια.
Οι μικροοργανισμοί που προηγουμένως δηλητηριάζονταν από τα ιόντα χαλκού που διαλύονταν στην θάλασσα, τώρα έκαναν «πάρτι» στα χάλκινα ύφαλα του σκάφους, μειώνοντας σημαντικά την ταχύτητά του!
Οπότε το Ναυαρχείο αποφάσισε ότι το μικρότερο κακό ήταν η διάβρωση του χαλκού, και τα σιδερένια ανόδια καταργήθηκαν!
108. Θερμοκρασία και άνεση.
Όταν αναφερόμαστε στη άνεση που μας εξασφαλίζει ένα περιβάλλον, συνήθως σχολιάζουμε τη θερμοκρασία του.
Η θερμοκρασία όμως είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος, καθώς η άνεση που νιώθουμε σε δεδομένο περιβάλλον εξαρτάται και από την υγρασία του αέρα για τις ψηλότερες θερμοκρασίες, ενώ για τις χαμηλότερες εξαρτάται κυρίως από την ταχύτητα του ανέμου.
Ο βασικός λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η εφίδρωση του ανθρώπινου σώματος, η οποία λειτουργεί «ψυκτικά» για το δέρμα και κατά συνέπεια και για το ανθρώπινο σώμα.
Επίσης, σημαντική υγρασία παράγει το ίδιο το σώμα καθώς οξειδώνει τις τροφές (βασικά υδατάνθρακες), και η οποία απομακρύνεται με την εκπνοή.
Αυτό είναι αντίστοιχο με την καύση των υδρογονανθράκων στους κινητήρες των αυτοκινήτων, όπου την υγρασία την βλέπουμε σαν συννεφάκι τα κρύα πρωϊνά, όπως εξάλλου και την αναπνοή μας.
Εικόνα 1. Πώς συμπυκνώνεται η υγρασία του αέρα σε σύννεφο. Το Dewpoint (σημείο δρόσου) είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται πολύ στη μετεωρολογία, και είναι η θερμοκρασία που για δεδομένο ποσοστό υγρασίας στον αέρα θα επέλθει η συμπύκνωσή της. Στην εικόνα, καθώς ο αέρας ανεβαίνει ψύχεται (τυπικά κατά 1 βαθμό Κελσίου ανά 100 μέτρα) και αφού το σημείο δρόσου του είναι 60 F (οι μονάδες θερμοκρασίας εδώ δεν έχουν σημασία), όταν φθάσει σε ύψος που η θερμοκρασία του αέρα θα είναι 60 F, θα ξεκινήσει η υγροποίησή του. Οι συμπυκνωμένοι υδρατμοί όμως εξακολουθούν και ανεβαίνουν για κάποιο διάστημα, εξαιτίας της λανθάνουσας θερμότητας που εκλύεται κατά τη φάση της υγροποίησής τους (0.5 kcal/g νερού), γι' αυτό και τα σύννεφα δεν έχουν λεπτό και επίπεδο σχήμα.
Εδώ θα πρέπει να θυμίσουμε ότι ο αέρας περιέχει πάντα μια ποσότητα νερού σε αέρια μορφή, και αυτή την ποσότητα τη λέμε υγρασία.
Η υγρασία αυτή όσο παραμένει σε «διάλυση» είναι αόρατη, ενώ γίνεται ορατή όταν ο αέρας γίνει κορεσμένος, όταν δηλαδή ο αέρας φθάσει στη μέγιστη ποσότητα νερού που μπορεί να συγκρατήσει σε διάλυση και τότε εμφανίζονται οι γνωστές σταγόνες συμπύκνωσης της υγρασίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το νερό που συμπυκνώνεται και τρέχει από τις μονάδες ψύξης των κλιματιστικών*, και βέβαια τα σύννεφα, όπου η υγρασία της ατμόσφαιρας συμπυκνώνεται όταν ο αέρας καθώς ανεβαίνει έχει ψυχθεί αρκετά ώστε το διάλυμα του νερού στον αέρα να γίνει κορεσμένο.
Γι’ αυτό, μας ενδιαφέρει περισσότερο η σχετική υγρασία του αέρα, δηλαδή πόσο νερό βρίσκεται διαλυμένο στον αέρα σε σχέση με τη μέγιστη ποσότητα που μπορεί να διαλυθεί (πάντα για τις δεδομένες συνθήκες θερμοκρασίας κυρίως, και πίεσης δευτερευόντως), παρά η απόλυτη ποσότητα του νερού που περιέχεται στον αέρα.
Και αυτό, επειδή το ποσοστό υγρασίας μας δείχνει πόσο κοντά βρισκόμαστε στο να αρχίσει η υγρασία να συμπυκνώνεται (κάτι που θα συμβεί όταν η θερμοκρασία του αέρα πέσει λίγο ακόμα), δημιουργώντας ομίχλη ή υγραίνοντας τις επιφάνειες, κάτι που ενδιαφέρει από τους μετεωρολόγους μέχρι ... τους βαφείς.
*Αν θέλουμε να κάνουμε μόνο αφύγρανση του αέρα, αρκεί μετά την ψύξη του και την αφαίρεση μέρους του νερού που περιέχει, να τον ξαναθερμάνουμε.
Εικόνα 2. Ποσότητα νερού που κρατάει διαλυμένη και σε αιώρηση ο αέρας, ανάλογα με τη θερμοκρασία και το ποσοστό της σχετικής υγρασίας. Η μέγιστη ποσότητα νερού που μπορεί να κρατήσει σε διάλυση ο αέρας εκφράζεται με τη μπλέ γραμμή του 100%. Δηλαδή στους 25 C ένα κυβικό μέτρο αέρα μπορεί να κρατήσει σε διάλυση μέχρι 23 γραμμάρια νερού.
Εικόνα 3. Παραστατική απεικόνιση μιας ποσότητας αέρα κεκορεσμένου σε υγρασία (αριστερά) που καθώς βαθμιαία τον ψύχουμε η υγρασία του συμπυκνώνεται σε νερό. Θα παρατηρήσετε ότι η συνολική ποσότητα νερού (σε αέρια και υγρή μορφή) παραμένει περίπου σταθερή.
Οι θερμοκρασίες αντιστοιχούν από αριστερά σε 35, 25, 10 και 0 βαθμούς Κελσίου.
Και μια μικρή άσκηση: Πόσος είναι ο όγκος του δοχείου?
Απάντηση: Από τον πίνακα της εικόνας 1 βλέπουμε ότι στους 95 F, δηλαδή στους 35 C, ο κεκορεσμένος αέρας συγκρατεί 40 g νερό ανά 1000 l αέρα. Άρα, για να έχουμε 1.9 g νερού στον κεκορεσμένο αέρα, θα πρέπει να έχουμε (1.9/40) Χ 1000 = 47.5 l αέρα, συνεπώς και δοχείου.
Μετά από τα παραπάνω εισαγωγικά, ας δούμε πώς μας επηρεάζει η θερμοκρασία του αέρα.
Όπως είπαμε, το σώμα μας αποβάλλει υγρασία με την αναπνοή, και παράγει ιδρώτα για να ρυθμίσει τη θερμοκρασία του με την ψύξη που προκαλεί η εξάτμισή του.
Επιπλέον, σε συνθήκες αυξημένης θερμοκρασίας διαστέλλονται τα επιφανειακά αιμοφόρα αγγεία, ώστε το αίμα να μπορέσει να ψυχθεί καλύτερα μέσα από το δέρμα, που όπως είπαμε ψύχεται με την εξάτμιση του ιδρώτα.
Έτσι, δεν είναι περίεργο που όσο πιο ξηρός είναι ο αέρας, δηλαδή όσο λιγότερη υγρασία περιέχει, τόσο πιο εύκολα εξατμίζεται ο ιδρώτας και τόσο πιο αποτελεσματική είναι η ψύξη του δέρματος, άρα και του σώματος.
Για τον λόγο αυτό υπάρχουν πίνακες που συνδυάζουν τη θερμοκρασία με την υγρασία, και δείχνουν ποιοι συνδυασμοί είναι πιο αποτελεσματικοί (comfort zone) για να νοιώθει ο άνθρωπος άνετα με το περιβάλλον του, και ποιοι είναι δυσμενέστεροι.
Και συμβαίνει, σε περιοχές ερήμου με υψηλή θερμοκρασία περιβάλλοντος αλλά με πολύ χαμηλή υγρασία, η αίσθηση να μην είναι δυσάρεστη καθώς ο ιδρώτας εξατμίζεται αμέσως.
Εικόνα 4. Ζώνες μεγαλύτερης ή μικρότερης θερμικής καταπόνησης, σε σχέση με τον συνδυασμό θερμοκρασίας / σχετικής υγρασίας. Κάτω αριστερά με μωβ χρώμα, η ζώνη άνεσης, ενώ τα βέλη δείχνουν ποιος συνδυασμός ισχύει σε τρείς τυπικές περιοχές της Β. Αμερικής.
Εικόνα 5. Ένας πίνακας που δείχνει τον ιδανικό συνδυασμό θερμοκρασίας και υγρασίας για την ευεξία και υγεία του ανθρώπου (μπλε περιοχή). Χαμηλότερη υγρασία (μωβ), δημιουργεί δερματικούς και αναπνευστικούς ερεθισμούς καθώς και έντονα προβλήματα από στατικά ηλεκτρικά φορτία, ενώ υψηλότερη υγρασία ευνοεί την ανάπτυξη ακάρεων (mites) και μούχλας (mould) στο περιβάλλον.
Από την άλλη πλευρά, όταν ο αέρας είναι ψυχρός, η επίδρασή του ανέμου δημιουργεί αίσθηση εντονότερου ψύχους, καθώς ο άνεμος απομακρύνει γρήγορα το ακίνητο στρώμα αέρα που σχηματίζεται γύρω από το σώμα μας και έχει θερμανθεί κάπως απ’ αυτό.
Αυτό είναι εύκολο να το καταλάβουμε καθώς ξέρουμε ότι τα ψυγεία των αυτοκινήτων για παράδειγμα που πρέπει να αποβάλουν τη θερμότητα του κινητήρα, είναι τόσο πιο αποτελεσματικά, όσο πιο γρήγορα κινείται το αυτοκίνητο.
Ο άνεμος όμως στο ανθρώπινο σώμα έχει και μια άλλη ψυκτική επίδραση, καθώς προκαλεί πιο έντονη εξάτμιση του ιδρώτα (που έστω και ελάχιστος πάντα υπάρχει στο δέρμα), ακόμα και κάτω από στρώματα ρούχων.
Έτσι υπάρχει ένας αντίστοιχος πίνακας (chill factor), που δείχνει πόσο πιο ψυχρό νοιώθουμε τον αέρα, όταν υπάρχει και άνεμος.
Εικόνα 6. Ο πίνακας που δείχνει την επίδραση του ανέμου στην αίσθηση θερμοκρασίας που μας δίνει ο αέρας.
Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η ψυκτική επίδραση του νερού είναι 800 φορές πιο έντονη από τον αέρα, γι’ αυτό σε περίπτωση που κάποιος βραχεί σε ψυχρό περιβάλλον είναι απαραίτητο να αλλάξει αμέσως τα βρεγμένα ρούχα του με στεγνά.
Αν όμως εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στο νερό, θα πρέπει να κρατήσει όσα περισσότερα ρούχα μπορεί (φορώντας βέβαια σωσίβιο), καθώς έτσι μειώνεται η ανταλλαγή του νερού που βρίσκεται σε επαφή με το σώμα, και δημιουργείται μια στιβάδα λιγότερο κρύου νερού κοντά στο σώμα (έτσι λειτουργούν και οι ελαστικές στολές των δυτών).
Στην περίπτωση αυτή, δεν πρέπει να ξεχνάμε να έχουμε καλυμμένο και το κεφάλι, από το οποίο χάνεται σημαντικό ποσοστό θερμότητας.
Τελικά, οι ήπιες θερμοκρασίες και τα μέσα ποσοστά υγρασίας δημιουργούν τις καλύτερες συνθήκες για τον άνθρωπο, και δεν μπορούμε να ισχυριστούμε όπως λέει το γνωστό ανέκδοτο για τους στατιστικολόγους, ότι όταν έχουμε το ένα χέρι στη φωτιά και το άλλο στον πάγο, κατά μέσο όρο θα πρέπει να νιώθουμε πολύ καλά!
109. Πώς να σας γυρίσει...μπούμερανγκ.
Συνήθως η έκφραση «γυρίζει
μπούμερανγκ» έχει αρνητική σημασία, εκτός αν αφορά ... το πραγματικό
μπούμερανγκ, οπότε αυτό είναι και το ζητούμενο.
Κατ’ αρχήν, να διευκρινιστεί ότι το μπούμερανγκ
επιστρέφει σ’ αυτόν που το εκτόξευσε με την προφανή προϋπόθεση ότι δεν έχει
χτυπήσει τον στόχο του, και τη λιγότερο προφανή... ότι ξέρει καλά τον χειρισμό
του.
Το μπούμερανγκ είναι γνωστό ότι είχε αναπτυχθεί
πριν πάρα πολλά χρόνια σαν όπλο από τους ιθαγενείς της Αυστραλίας, οι οποίοι
βέβαια είχαν καταλήξει στο σχήμα και τον τρόπο χρήσης του από ένα συνδυασμό
τυχαίων συμβάντων και πάρα πολλών δοκιμών και αποτυχιών.
Και αυτό επειδή, η Φυσική που εμπλέκεται στην
πτήση του μπούμερανγκ χωρίς να είναι δύσκολο να γίνει κατανοητή, δεν είναι
φανερή, και χωρίς αυτή την κατανόηση η τροχιά που διαγράφει μοιάζει πράγματι
μαγική.
Εικόνα 1. Παρατηρείστε στην εικόνα τη διαμόρφωση της διατομής του σώματος του μπούμερανγκ, που μοιάζει με πτέρυγα (ή έλικα) αεροπλάνου. Η κυρτή επιφάνεια είναι προς τα αριστερά του (δεξιόχειρα) ρίπτη.
Όπως φαίνεται στην εικόνα, το σώμα του μπούμερανγκ είναι διαμορφωμένο σαν πτέρυγα αεροπλάνου, και όπως στην πτέρυγα του αεροπλάνου, καθώς κινείται μέσα στον αέρα μετά τη ρίψη του, αναπτύσσεται επάνω του άντωση.
Η άντωση έχει κατεύθυνση προς τα αριστερά του (δεξιόχειρα) ρίπτη, αλλά δεν είναι ομοιόμορφη στα δύο σκέλη του μπούμερανγκ.
Επειδή το σκέλος που βρίσκεται πάνω από τον άξονα περιστροφής του κινείται ταχύτερα μέσα στον αέρα, σε σχέση με το κάτω τμήμα του που «οπισθοχωρεί», η άντωση στο επάνω τμήμα του είναι μεγαλύτερη, και θέλει να κάνει το μπούμερανγκ να γείρει αριστερά.
Μέχρι εδώ τα πράγματα είναι σχετικά απλά.
Τώρα όμως υπεισέρχεται ένα από τα πιο παράξενα φαινόμενα στη φύση, η γυροσκοπική μετάπτωση.
Όπως ενδεχομένως θυμάστε από το Λύκειο, ένα περιστρεφόμενο σώμα θέλει να διατηρήσει τον προσανατολισμό του στο χώρο και το πετυχαίνει, μέχρι κάποιος να σπρώξει τον άξονά του, όχι όμως πολύ κοντά στο κέντρο περιστροφής του.
Τότε το γυροσκόπιο θα αντιδράσει, αλλά με τον πιο παράξενο τρόπο, στρεφόμενο αλλά σαν η δύναμη που ασκήθηκε να είχε εφαρμοστεί παράλληλα μετατοπισμένη κατά 90ο επάνω στην περιφέρειά του και προς την κατεύθυνση περιστροφής του.
Όσο και αν ακούγεται παράλογο έτσι ακριβώς συμβαίνει, και το φαινόμενο της μετάπτωσης έχει παρατηρηθεί από τις σβούρες μέχρι την περιστροφή της Γης.
Εικόνα 2. Φαίνεται ότι αψηφά τους νόμους της βαρύτητας, όμως είναι σύμφωνο με τους νόμους της Φυσικής. Εφόσον ο τροχός περιστρέφεται με αρκετή ταχύτητα, αντί η δύναμη της βαρύτητας να τον τραβήξει προς τα κάτω, κάνει τον άξονα του τροχού να περιστρέφεται οριζόντια γύρω από το σημείο στήριξής του.Για να επανέλθουμε στο μπούμερανγκ, η μεγαλύτερη άντωση στο επάνω μέρος του και προς τα αριστερά, έχει σαν συνέπεια το μπούμερανγκ να αρχίσει να στρίβει προς τα αριστερά και αυτή η ίδια η στροφή του προς τα αριστερά, πάλι εξαιτίας του φαινομένου της μετάπτωσης, το κάνει επίσης να γυρίζει προοδευτικά την καμπύλη επιφάνεια του προς τα επάνω.
Τώρα όμως συμπεριφέρεται σαν τον μεγάλο έλικα (κύριο στροφείο) ενός ελικόπτερο που κινείται προς τα εμπρός, άρα αποκτά αρκετή άντωση για την τελευταία φάση της πτήσης του, ώστε να καταλήξει οριζόντιο (και αισιόδοξα) στα χέρια του χειριστή του.
Και σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, ο άνεμος επηρεάζει σημαντικά την τροχιά του, ειδικά όταν το μπούμερανγκ κινείται στο πιο απομακρυσμένο τμήμα της.
Εικόνα 3. Τυπική τροχιά μπούμερανγκ, που αλλού σκοπεύεις, αλλού πηγαίνει και από αλλού επιστρέφει!Δεν είναι πράγματι εύκολο να γίνει κατανοητή η πτήση του μπούμερανγκ, και φανταστείτε ότι η επόμενη εποχή στην οποία οι άνθρωποι αντιμετώπισαν ένα πολύ παρόμοιο φαινόμενο, ήταν κατά τον Α’ΠΠ όταν άρχισαν να χρησιμοποιούνται μονοκινητήρια καταδιωκτικά αεροσκάφη.
Τα αεροσκάφη αυτά, που είχαν μεγάλη και βαριά έλικα (και μάλιστα σε κάποιους τύπους περιστρέφονταν και ολόκληρος ο κινητήρας) όχι μόνο είχαν να αντιμετωπίσουν την ασύμμετρη έλξη από την έλικα καθώς κάθονταν με την ουρά χαμηλά στο έδαφος (χρησιμοποιούσαν ουραίο τροχό, ή πέδιλο), αλλά και την εκτροπή από τη γυροσκοπική μετάπτωσή της, τη στιγμή που η ουρά σηκώνονταν από το έδαφος για την απογείωση.
Εικόνα 4. Δύσκολο για το
καγκουρό να φανταστεί από πού θα του έλθει το μπούμερανγκ!
Μετά από όλα αυτά μπορεί να αναρωτιέστε πώς
οι Αβορίγινες κυνηγοί δεν πέθαναν από την πείνα, χρησιμοποιώντας ένα τόσο
δύσκολο όπλο.
Η αλήθεια είναι ότι το μπούμερανγκ που επιστρέφει, χρησιμοποιήθηκε περισσότερο
για παιχνίδι και επίδειξη ικανοτήτων, ενώ για το κυνήγι χρησιμοποιούσαν ένα
μεγαλύτερο, βαρύτερο και ευθύβολο μπούμερανγκ, αλλά χωρίς τη δυνατότητα
επιστροφής.
Ίσως σε τελική ανάλυση, το μπούμερανγκ που επιστρέφει να αναπτύχθηκε από τους
λιγότερο ικανούς κυνηγούς, που όμως θα είχαν περισσότερες ευκαιρίες για
εξάσκηση!
Εικόνα 5. Μία ωραία φυσική εξήγηση από το διαδίκτυο (https://woodgears.ca/physics/gyro.html ) για το γυροσκοπικό φαινόμενο, που παρουσιάζεται παρακάτω:
Φανταστείτε μια σειρά από
δορυφόρους που περιστρέφονται σε ισημερινή τροχιά γύρω από τη Γη (μπλε κουκίδες
στην πρώτη εικόνα). Για περισσότερη απλοποίηση, φανταστείτε τη Γη ακίνητη.
Θέλοντας να τους αλλάξουμε τροχιά, την ώρα που
περνούν από εμπρός μας, τους ωθούμε προς τα επάνω (δεύτερη εικόνα).
Αυτή η ώθηση, θα έχει σαν αποτέλεσμα η τροχιά τους
να αποκλίνει προς τα επάνω (κόκκινες κουκίδες), αφού όμως θα έχουν περάσει από
εμπρός μας και μάλιστα η μέγιστη απόκλιση θα συμβεί όταν θα έχουν απομακρυνθεί
κατά 90 μοίρες προς τη φορά κίνησής τους.
Αν συνεχίσουμε να τους ωθούμε προς τα επάνω κάθε
φορά που περνούν από εμπρός μας (ενώ ταυτόχρονα στην αντιδιαμετρική πλευρά της
τροχιάς, τους ωθούμε προς τα κάτω), θα καταλήξουν να αλλάξουν τροχιά, όπως
δείχνει η τρίτη εικόνα.
Αν τώρα φανταστούμε ότι ενώνουμε τη σειρά των
δορυφόρων με ένα στεφάνι, έχουμε έναν σφόνδυλο στον οποίο όταν εφαρμόζουμε ροπή
για να τον περιστρέψουμε Βορρά – Νότο εμπρός μας, θα αλλάξει πράγματι
κατεύθυνση, αλλά σαν να είχαμε εφαρμόσει τη ροπή μετά από 90 μοίρες προς την
κατεύθυνση περιστροφής του.
Εικόνα 6. Στις αρχές του 20ου αιώνα, ό
"μάγος" Selbit σε ένα από τα νούμερά του προσκαλούσε στη σκηνή αρκετούς άντρες, ζητώντας
τους να ρίξουν στο πλάι ένα μεγάλο κεφάλι τυρί μέσα σε ορισμένο χρόνο. Φυσικά
κανείς δεν τα κατάφερνε, επειδή μέσα στο ψεύτικο τυρί κρύβονταν ένας σιδερένιος
δίσκος μεγάλης διαμέτρου, που ο Selbit είχε φροντίσει λίγο πριν και εκτός σκηνής να τον περιστρέψει σε υψηλό
αριθμό στροφών, δημιουργώντας έτσι ένα ισχυρό γυροσκόπιο.
Εικόνα 7. Μία πρωτότυπη (δεκαετία 1950!)
χρήση του γυροσκοπικού φαινομένου στα πτερύγια σταθεροποίησης του βλήματος
αέρος-αέρος AIM-9. Ο
τροχίσκος με τις "οδοντώσεις" είναι στην πραγματικότητα ένα
γυροσκόπιο που περιστρέφεται στις 100.000 στρ/λεπτό από τη ροή του αέρα και
είναι στερεωμένος στο κινητό πτερύγιο που εδράζεται στον άξονα, στα δεξιά της
εικόνας, στο πίσω τμήμα του βλήματος. Αν το βλήμα (που κινείται προς τα δεξιά)
τείνει να περιστραφεί, τότε το γυροσκόπιο αντιδρά εκτρέποντας το πτερύγιο ώστε
να εξαληφθεί η τάση περιστροφής, και όλα αυτά με τελείως μηχανικό τρόπο. Η
βασική κατεύθυνση του βλήματος βέβαια, εξασφαλίζεται με πνευματικά κινούμενα πτερύγια
στο εμπρός τμήμα του.
ΥΓ1. Ένα ωραίο βίντεο για ένα πειραματικό τρένο "monorail" των
αρχών του 20ου αι. σταθεροποιούμενο με δύο μεγάλα γυροσκόπια, μπορείτε να δείτε
(με τις αναπόφευκτες διαφημίσεις) εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=kUYzuAJeg3M 110. Σελήνη τα..."μέσα έξω".
Αυτή την εντύπωση δίνουν οι κρατήρες της Σελήνης στην
παραπάνω φωτογραφία, ότι δηλαδή προεξέχουν από την επιφάνεια της, αντί να
βυθίζονται σ' αυτήν.
Πρόκειται όμως για ένα γνωστό "τρικ" που
χρησιμοποιεί ο εγκέφαλός μας, "ερμηνεύοντας" αυτό που βλέπουν τα
μάτια μας σύμφωνα με την εμπειρία του. Και η εμπειρία του είναι ότι σε μία
εικόνα το φως πρέπει να έρχεται από επάνω και οι σκιές να σχηματίζονται προς τα
κάτω.
Για του λόγου το αληθές, η παρακάτω φωτογραφία είναι
ακριβώς η ίδια με την παραπάνω, απλά έχει περιστραφεί κατά 180 μοίρες (ακόμα
και το όνομα του κρατήρα αφέθηκε ανεστραμμένο), ώστε ο φωτισμός να φαίνεται ότι
έρχεται από επάνω, οπότε ως δια μαγείας όλα έρχονται στη θέση τους και οι
κρατήρες της Σελήνης αποκτούν τη γνωστή τους υφή.
Αυτό είναι ένα από τα πολλά παράδοξα που έχουν σχέση με το ότι "άλλο κοιτάζουν τα μάτια και άλλο βλέπει ο εγκέφαλός μας", με το πιο γνωστό παράδειγμα ότι οι εικόνες μέσα στο μάτι μας σχηματίζονται ανεστραμμένες, αλλά ο εγκέφαλος κάνει αυτόματα τη διόρθωση.
Σε πειράματα, άνθρωποι που για μερικές ημέρες φορούσαν ειδικά γυαλιά που ανέστρεφαν την εικόνα, άρχισαν στη συνέχεια να βλέπουν κανονικά (φορώντας πάντα αυτά τα γυαλιά), καθώς ο εγκέφαλος διόρθωνε τη αναστροφή που εισήγαγαν τα γυαλιά.
Είναι επίσης γνωστό, ότι τα δύο μάτια μάς επιτρέπουν την ακριβή εκτίμηση του βάθους, μια ικανότητα που χάνεται βλέποντας με το ένα μόνο μάτι, αν και σ΄ αυτή την περίπτωση μπορούμε να κρίνουμε χοντρικά την απόσταση από το μέγεθος γνωστών αντικειμένων.
111. "Φαντάσματα" της Επιστήμης.
Πρόκειται για υποθετικές έννοιες, που μας βοηθούν να καταλάβουμε ευκολότερα πώς δουλεύει η Φύση, ή μας δίνουν διέξοδο σε νοητικές ακροβασίες.
Τέτοιο οικείο παράδειγμα είναι η
"Φυγόκεντρος" δύναμη, για την οποία υπάρχει ειδική αναφορά στο θέμα Νο9 και στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα του νόμου της αδράνειας, σύμφωνα με τον οποίο κάθε σώμα κινείται ευθύγραμμα και ομαλά εφόσον δεν ασκούνται επάνω του δυνάμεις.
Παρόμοια υποθετική δύναμη είναι η "Coriolis" που χρησιμοποιείται για να εξηγήσει τις εκτροπές που παρουσιάζονται εξαιτίας των διαφορετικών ταχυτήτων της επιφάνειας της Γης, ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος.
Ένα άλλο παράδειγμα από τα μαθηματικά, είναι το "i", η τετραγωνική ρίζα του -1 που μας επιτρέπει να λύνουμε ασκήσεις συνδυάζοντας διαφορετικές οντότητες, όπως στην περίπτωση της ενεργού και αέργου ισχύος.
Ένα ακόμα παράδειγμα είναι τα "Ταχυόνια", υποθετικά σωματίδια που κινούνται μόνον ταχύτερα από το φως, και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο μας επιτρέπουν διανοητικές ασκήσεις που γυρίζουν τον χρόνο προς τα πίσω.
Δεν αναφερόμαστε όμως σε θεωρητικά προβλέψιμα σωματίδια, όπως πχ το σωματίδιο Higgs, για το οποίο απλά μέχρι το 2012 δεν υπήρχαν αρκετά ισχυρά μηχανήματα στο CERN για να το δημιουργήσουν πειραματικά. Με την ευκαιρία, η επόμενη προσπάθεια του CERN μετά από μία ακόμα αναβάθμισή του, είναι η έρευνα για τη φύση της σκοτεινής ύλης.
112. Σύντηξη και Σχάση.
Τα πλεονεκτήματα της Σύντηξης έναντι της Σχάσης είναι πολλά και πολυδιαφημισμένα. Φυσικά μένει να πραγματοποιηθεί με ελεγχόμενο τρόπο, ενώ μία πρόοδος που ανακοινώθηκε στα τέλη του 2022 είναι ένα πολύ μικρό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Εδώ όμως θα εξετάσουμε το πώς προκύπτει το ενεργειακό πλεονέκτημα της Σύντηξης έναντι της Σχάσης.
Στο διάγραμμα επάνω φαίνεται η ενέργεια που απαιτείται ώστε οι πυρήνες διαφόρων στοιχείων να συγκροτηθούν (από πρωτόνια και νετρόνια), ή αντίστροφα να διασπαστούν πλήρως. Στην πρώτη περίπτωση παίρνουμε ενέργεια, ενώ στη δεύτερη πρέπει να ξοδέψουμε*. Για να πάρουμε ενέργεια στο αριστερό τμήμα του διαγράμματος (γαλάζιο), πρέπει να κινηθούμε προς τα δεξιά, όπου η σύνθεση (Σύντηξη) βαρύτερων πυρήνων από ισότοπα του υδρογόνου (τέρμα αριστερά και κάτω) παρέχει πλεόνασμα ενέργειας. Αντίστοιχα, στο δεξί τμήμα του πίνακα (πρασινωπό), πρέπει να κινηθούμε προς τα αριστερά παράγοντας (με Σχάση) ελαφρύτερους πυρήνες από του ουρανίου (τέρμα δεξιά).
Είναι φανερό ότι η ενέργεια που παίρνουμε από τη Σύντηξη είναι μεγαλύτερη, ειδικά αν συνυπολογίσουμε και τη διαφορά πυκνότητας των αρχικών υλικών.
Και επιπλέον υπάρχουν τα πλεονεκτήματα της αφθονίας της πρώτης ύλης και της πολύ χαμηλότερης ραδιενέργειας, υπέρ της Σύντηξης. Μένει βέβαια να πραγματοποιηθεί με εκμεταλλεύσιμο τρόπο, κάτι όμως που όπως προαναφέρθηκε δεν είναι ορατό για το άμεσο μέλλον.
*Κάτι αντίστοιχο με τη λανθάνουσα θερμότητα ατμοποίησης, που πρέπει να τη δώσουμε στο νερό για να γίνει ατμός (ίδιας θερμοκρασίας), αλλά την παίρνουμε πίσω με τη συμπύκνωση του ατμού πάλι σε νερό.
113. Γιατί οι γεννήτριες των αεροπλάνων παράγουν 400Hz;Επειδή στα αεροπλάνα το κάθε γραμμάριο βάρους μετράει. Έτσι, ενώ την καλύτερη απόδοση οι γεννήτριες και οι μετασχηματιστές την έχουν γύρω στα 50-60Hz, στα 400Hz μπορούν να παράγουν την ίδια ισχύ με πολύ μικρότερο όγκο και βάρος*, ενώ η ελαφρώς μειωμένη απόδοση δεν παίζει τόσο μεγάλο ρόλο. Αντίθετα στα μηχανήματα εδάφους, το βάρος δεν είναι σημαντικός παράγοντας (εκτός από το αρχικό κόστος κατασκευής), αλλά το μήκος είναι (προκειμένου για γραμμές μεταφοράς) οπότε στις περιπτώσεις αυτές έχει επικρατήσει η συχνότητα των 50 ή 60 Hz, ανάλογα με τη χώρα, ή μάλλον με την ήπειρο (εικόνα κάτω).
Μάλιστα, καθώς η ένταση εξαρτάται από τον λόγο F/V, ένας κινητήρας 50Hz/400V θα δουλέψει εξίσου καλά (ως προς την ένταση, αν και με 20% μεγαλύτερη ταχύτητα και λίγο μεγαλύτερη ισχύ) και σε δίκτυο 60Hz/480V.
* Όσο μεγαλύτερη η συχνότητα, τόσο μειώνεται η επιφάνεια της διατομής του πυρήνα που απαιτείται για να δημιουργήσει το ίδιο επαγωγικό αποτέλεσμα στα πηνία. Αν όμως το παρακάνουμε με την αύξηση της συχνότητας, δημιουργούνται προβλήματα από την αύξηση των απωλειών εξαιτίας της υψηλής αυτεπαγωγής, της Η/Μ ακτινοβολίας και του επιδερμικού φαινομένου.
114. Πώς δημιουργείται η ηλεκτρομαγνητική επαγωγή;
Η Φύση αγαπάει τη σταθερότητα. Κάτι που πιο επιστημονικά
αναφέρεται σαν τάση προς αύξηση της εντροπίας σε ένα σύστημα (βλέπε και θέμα Νο53 στο ίδιο άρθρο).
Στην περίπτωση λοιπόν που ένας
μαγνήτης θα προσεγγίσει μια ή περισσότερες σπείρες που είναι συνδεδεμένες σε κλειστό αγώγιμο κύκλωμα,
θα δημιουργηθεί ένα ρεύμα που θα διατρέξει τις σπείρες (πηνία) με τέτοιον τρόπο, ώστε να
μειώσει την επίδραση της διαταραχής, δηλαδή την προσέγγιση του μαγνήτη. Έτσι η
σπείρα λειτουργεί σαν ένας άλλος μαγνήτης, αλλά με τέτοια πολικότητα ώστε να
απωθήσει τον μαγνήτη που πλησιάζει. Γι’αυτό, και η παραγωγή ρεύματος με πηνία
(γεννήτριες), προϋποθέτει τη δαπάνη ενέργειας.
Αντίστοιχα όταν ο μαγνήτης απομακρύνεται, η φορά του ρεύματος είναι τέτοια ώστε το πηνίο να ασκήσει έλξη στον μαγνήτη, άρα πάλι να αντισταθεί στην αλλαγή.
Ένα άλλο παράδειγμα είναι η μαγνητική πυξίδα, που στρέφει έτσι τη βελόνα της ώστε το μαγνητικό της πεδίο να αντιτίθεται σε αυτό της Γης, μειώνοντας ουσιαστικά την ένταση του τελευταίου στην πολύ κοντινή περιοχή της.
Ένα απλό κύκλωμα που δείχνει το φαινόμενο της επαγωγής, είναι αυτό της πιο πάνω εικόνας. Όταν ο διακόπτης κλείσει, ρεύμα περνάει από το πηνίο (επαγωγή) από δεξιά προς τα αριστερά, ενώ η δίοδος, που η ορθή φορά της είναι από αριστερά προς τα δεξιά, δεν ανάβει. Όταν ο διακόπτης ανοίξει, το πηνίο θέλει να διατηρήσει τη ροή του ρεύματος που συνεχίζει να περνάει από μέσα του με την ίδια φορά, αλλά τώρα μπορεί να κλείσει κύκλωμα μόνο μέσα από τη δίοδο προς την ορθή φορά, οπότε η τελευταία ανάβει.
Στο παραπάνω κύκλωμα, φαίνεται πώς πρέπει να είναι η φορά των τυλιγμάτων πρωτεύοντος / δευτερεύοντος ώστε η τάση του δευτερεύοντος να είναι σε φάση με την τάση του πρωτεύοντος. Και αυτό επειδή η τάση του δευτερεύοντος προσπαθεί πάντα να αντισταθμίσει (μειώσει) την τάση του πρωτεύοντος. Οπότε αν το τύλιγμα του δευτερεύοντος είναι όμοιας φοράς, η τάση του θα βρίσκεται σε αντίθεση φάσεως σε σχέση με το πρωτεύον, ενώ αν το τύλιγμα είναι αντίθετης φοράς, η τάση του θα είναι σε σύμπτωση φάσης με το πρωτεύον.
115. Τι είναι το κυκλικό μεταλλικό δικτύωμα γύρω από τη θέση της μεγάλης δεξαμενής, στο Γκάζι;
Κατασκευές σαν της φωτογραφίας επάνω (η οποία δεν είναι από το Γκάζι, αλλά κάποια αντίστοιχη), περιβάλανε τις παλιές δεξαμενές φωταερίου (το οποίο αποτελείται κυρίως από μονοξείδιο του άνθρακα και υδρογόνο) και ο ρόλος τους ήταν να λειτουργούν ως οδηγοί για ένα μεγάλο μεταλλικό καπάκι (σαν γιγάντια ανάποδη κατσαρόλα) που σκέπαζε (εσωτερικά) τη δεξαμενή που ήταν γεμάτη νερό, με τρόπο ώστε να μην περιέχεται αέρας μεταξύ του καπακιού και του νερού (εικόνα κάτω). Καθώς το αέριο διοχετεύονταν στον χώρο αυτόν, το καπάκι ανασηκώνονταν ("κεντραρισμένο" από οδηγούς επάνω στους μεταλλικούς περιμετρικούς πυλώνες), διατηρώντας το αέριο από κάτω του σε λίγο μεγαλύτερη πίεση από την ατμοσφαιρική και σε θερμοκρασία περιβάλλοντος. Το σπουδαιότερο, το διατηρούσε απομονωμένο από το οξυγόνο του αέρα, ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος κάποιας έκρηξης.
Παράλληλα, οι αιχμηρές απολήξεις των πυλώνων έπαιζαν τον ρόλο αλεξικέραυνων.
Σήμερα, που τα εργοστάσια φωταερίου έχουν εκλείψει, πολλές τέτοιες κατασκευές (στα αγγλικά Gasholders) διατηρούνται σαν ορόσημα της βιομηχανικής εποχής των αρχών του 20ου αι., ή ενσωματώνονται αρχιτεκτονικά σε σύγχρονες κατασκευές.
116. Το αναγεννητικό φρενάρισμα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Το αναγεννητικό φρενάρισμα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων αλλά και των υβριδικών, είναι ένα από τα βασικά τους πλεονεκτήματα για την εξοικονόμηση ενέργειας.
Η αρχή λειτουργίας είναι απλή, σχεδόν κάθε ηλεκτρικός κινητήρας μπορεί να δουλέψει και σαν γεννήτρια, αν υπερταχυνθεί από το φορτίο του.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, αυτό επιτυγχάνεται με τη μείωση της συχνότητας της εναλλασσόμενης τάσης που ο inverter (αντιστροφέας)* εφαρμόζει στον κινητήρα εναλλασσομένου ρεύματος, έτσι ώστε να φαίνεται σαν ο κινητήρας να βρίσκεται σε υπερτάχυνση, οπότε μπαίνει αυτόματα σε κατάσταση φρεναρίσματος. Εννοείται ότι η ταχύτητα του ρότορα του κινητήρα παρακολουθείται με ακρίβεια από το σύστημα ελέγχου της λειτουργίας του.
Μερικά ακόμα ηλεκτρονικά ισχύος προστίθενται στο κύκλωμα (DC/DC converter), ώστε η ανακτώμενη ηλεκτρική ενέργεια να αποκτήσει την κατάλληλη τάση για τη φόρτιση της μπαταρίας κίνησης.
* Ο inverter παράγει εναλλασσόμενη τάση από τη συνεχή της μπαταρίας, μεταβάλλοντας τόσο τη συχνότητα εναλλαγής όσο και την RMS τάση των παλμοσειρών που δημιουργεί (εικόνα κάτω), χρησιμοποιώντας ημιαγωγούς ισχύος IGBT σαν ταχύτατους (μερικές δεκάδες kHz) διακόπτες.
Η συχνότητα καθορίζει την ταχύτητα (RPM) του κινητήρα, ενώ όσο ο λόγος V/f διατηρείται σταθερός, το ίδιο κάνει τόσο η ένταση όσο και η ροπή. Προσέξτε ότι το ύψος των παλμών παραμένει σταθερό, αλλά η RMS τάση μεταβάλλεται καθώς αλλάζει το πλάτος των παλμών.
Σήμερα (2023), η δυνατότητα ανάκτησης φτάνει στο 80% περίπου της συνολικής ενέργειας που εκλύεται κατά το φρενάρισμα, που θα πήγαινε χαμένη σε θερμότητα και σε φθορά των υλικών τριβής.
Όμως υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί. Ένα φρενάρισμα πχ από τα 110km/h μέχρι τη στάση ενός αυτοκινήτου 2 τόνων, εκλύει ενέργεια περίπου 1000kJ ή περίπου 0.3 kWh. Αν το φρενάρισμα είναι έντονο και ολοκληρωθεί (για παράδειγμα) μέσα σε 3s, αντιστοιχεί σε ισχύ 360kW* την οποία θα πρέπει να διαχειριστεί ο ηλεκτρικός κινητήρας και τα τα ηλεκτρονικά του.
*Ο υπολογισμός έγινε με το 100% της ενέργειας πέδησης, καθώς δεν είναι σαφές σε πιο σημείο "χάνεται" το 20% της ενέργειας, οπότε ενδέχεται το σύστημα να πρέπει να διαχειριστεί και αυτό το κομμάτι.
Είναι όμως προφανές, ότι για να μπορέσει να γίνει αυτή η ανάκτηση, η μπαταρία δεν θα πρέπει να είναι πλήρως φορτισμένη, αλλά να έχει ένα μικρό περιθώριο φόρτισης*.
Επίσης, η ισχύς του ηλεκτρικού κινητήρα (που για την ανάκτηση θα δουλέψει σαν γεννήτρια) και των ηλεκτρονικών του, θα πρέπει να επαρκεί για να διαχειριστεί όλη αυτήν την ισχύ, που σημαίνει ότι θα πρόκειται εξ αρχής για ένα αυτοκίνητο μεγάλης ισχύος. Αυτό ισχύει βέβαια, προκειμένου να αξιοποιηθεί το μέγιστο δυνατό ποσοστό ανάκτησης ενέργειας ενός πολύ δυνατού φρεναρίσματος, όπως προαναφέρθηκε.
Δοκιμές πάντως έχουν δείξει ότι στην πράξη η ανάκτηση ενέργειας φρεναρίσματος βρίσκεται κοντά στο 50%, το οποίο μειώνεται ακόμα περισσότερο στα απότομα φρεναρίσματα, όπου τα κλασικά φρένα έχουν πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή στην επιβράδυνση του αυτοκινήτου.
* Η Tesla για παράδειγμα, προτείνει φόρτιση της μπαταρίας μέχρι το 90%, τόσο για να υπάρχει περιθώριο για αναγεννητική πέδηση όσο και για να μην καταπονείται η μπαταρία ούτε να παρατείνεται με μικρό όφελος ο χρόνος φόρτισης (ειδικά στους δημόσιους φορτιστές).
117. Και λίγα για τους κινητήρες των ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Οι κινητήρες των σύγχρονων ηλεκτρικών αυτοκινήτων είναι γενικά δύο τύπων: Είτε ασύγχρονοι (συνήθως παλαιότερα), είτε σύγχρονοι μόνιμου μαγνήτη (πιο πρόσφατα).
Αν όμως σ’ ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο υπάρχουν δύο
κινητήρες, ένας σε κάθε άξονα, συνήθως επιλέγονται διαφορετικού τύπου, δηλαδή ένας
ασύγχρονος επαγωγικός (κλωβού), εικόνα 1,
Εικόνα 1. Τυπικός ασύγχρονος κινητήρας.
και ένας σύγχρονος μόνιμου μαγνήτη, ή
συνηθέστερα ενός συνδυασμού μόνιμων μαγνητών και μαγνητικής
υστέρησης (reluctance). Ο τελευταίος τύπος, που αναφέρεται στα
αγγλικά σαν PMSynRM (Permanent Magnets
Synchronous Reluctance Motor) θα μπορούσε να
χαρακτηριστεί και σαν «δύο κινητήρες σε έναν» (εικόνα 2).
Εικόνα 2. Κινητήρας PMSyncRM της Tesla. Ο κάθε μαγνήτης αποτελείται (κατά μήκος) από τέσσερα επιμέρους κομμάτια, όπως φαίνεται στους δύο που έχουν αφαιρεθεί από τις επάνω θέσεις. Τα αστεροειδή κοψίματα στον ρότορα είναι αυτά που δημιουργούν το φαινόμενο της υστέρησης.
Ο λόγος είναι ότι κάθε κινητήρας έχει τα
πλεονεκτήματά του, με τον επαγωγικό να είναι οικονομικότερος και με μεγάλη ροπή
εκκίνησης (κάτι που το εξασφαλίζουν τα ηλεκτρονικά του), ενώ αυτός του μόνιμου
μαγνήτη έχει μεγαλύτερη απόδοση.
Έτσι, ενώ στην επιτάχυνση ή όταν χρειάζεται
τετρακίνηση ενεργοποιούνται και οι δύο κινητήρες, σε συνθήκες ταξιδιού ενεργοποιείται κυρίως
ο κινητήρας μόνιμου μαγνήτη για να επιτευχθεί συνολικά μεγαλύτερη αυτονομία.
Μία σχετικά πρόσφατη εξέλιξη στους κινητήρες
της Tesla είναι ένα χιτώνιο ανθρακονημάτων (plaid)
που περιβάλει πολύ σφικτά τον ρότορα ώστε να αντέχει σε υψηλούς ρυθμούς
περιστροφής, καθώς ο πυρήνας του (συνδυασμός μόνιμων μαγνητών και υστέρησης)
αποτελείται από διακριτά τμήματα (εικόνα 3).
Εικόνα 3. Ο ρότορας του κινητήρα Plaid της Tesla, χωρίς το χιτώνιο από ανθρακονήματα και τους επάνω μαγνήτες, και με τμήμα του ζυγώματος του πυρήνα αποσυναρμολογημένο.
Ενδιαφέρον πάντως έχει, ότι σε κάθε περίπτωση
οι στάτες είναι ουσιαστικά πανομοιότυποι, με τυπικό τριφασικό τύλιγμα (αλλάζει
ενδεχομένως η τεχνική των τυλιγμάτων, εικόνα 4), ενώ οι
διαφοροποιήσεις στους κινητήρες αφορούν βασικά τους ρότορές τους.
Εικόνα 4. Οι δύο βασικοί τύποι τυλιγμάτων ενός τριφασικού στάτη: Είτε με στρογγυλό λεπτό σύρμα (επάνω), είτε με χοντρό πλακέ (κάτω). Ο δεύτερος τύπος εξασφαλίζει καλύτερη αξιοποίηση του αυλάκων του πυρήνα του στάτη.Εξίσου πανομοιότυπα είναι και τα
ηλεκτρονικά των κινητήρων (ισχύει κυρίως για την περίπτωση των Tesla).
Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο να υπάρχουν στον
ίδιο άξονα (συνήθως στον πίσω) δύο κινητήρες. Σε αυτή την περίπτωση προφανώς θα
είναι πανομοιότυποι, οπότε όχι μόνο δεν χρειάζεται διαφορικό αλλά μπορούν να
χρησιμοποιηθούν και για “torque vectoring”,
να «σπρώχνει» δηλαδή σε μία στροφή ο εξωτερικός κινητήρας περισσότερο, για
καλύτερη συμπεριφορά του αυτοκινήτου στις στροφές.
Υπάρχει ακόμα και η περίπτωση ύπαρξης και τρίτου κινητήρα, στον άλλον άξονα (με χρήση διαφορικού φυσικά), και η Tesla έχει τουλάχιστον δύο μοντέλα με αυτή τη διάταξη.
Στο ίδιο blog, στο ΥΓ3 του link: https://geometax12.blogspot.com/2023/02/blog-post_19.html, μπορείτε να βρείτε τα βασικά για τη φόρτιση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
118. Τρία διαφορετικά...διαφορικά (Variomatic, Torsen και Επικυκλικό).
Μία διευκρίνιση εξ' αρχής. Το Variomatic δεν είναι διαφορικό, αλλά σύστημα συνεχώς μεταβαλλόμενης σχέσης μετάδοσης κίνησης, χωρίς τη χρήση διαφορετικών σχέσεων γραναζιών.
Όμως το...λογοπαίγνιο δεν είναι εντελώς εκτός τόπου, μιας και το σύστημα Variomatic καταργούσε...το διαφορικό (τουλάχιστον στις αρχικές εκδόσεις του). Το οποίο (κλασικό) διαφορικό δεν θα αναλυθεί εδώ, θεωρώντας τη λειτουργία του αρκετά γνωστή, σε αντίθεση με το Variomatic που είναι πολύ λιγότερο γνωστό.
Το Variomatic (εικόνα επάνω), πρωτο-χρησιμοποιήθηκε στο ολλανδικό DAF 600, στα τέλη της δεκαετίας του '50. Όπως φαίνεται και στην εικόνα, πρόκειται για ένα σύστημα μετάδοσης με δύο τροχαλίες μεταβλητής διαμέτρου, με τη μία (την εμπρός) να ελέγχεται από φυγοκεντρικό μηχανισμό και με την άλλη (την πίσω) να "παίρνει τα μπόσικα". Το σύστημα αυτό στην αρχή χρησιμοποιήθηκε χωρίς κλασικό διαφορικό στο εμπρός συγκρότημα, το οποίο μοίραζε την κίνηση συμμετρικά, πριν αναλάβουν βέβαια οι τροχαλίες για να διαφοροποιήσουν τον λόγο μετάδοσης.
Σήμερα η ιδέα αυτή επιβιώνει σε ένα ζευγάρι τροχαλιών που λειτουργεί σαν αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων χωρίς διακριτές σχέσεις γραναζιών, και με μεταλλική αλυσίδα αντί του ιμάντα, με το όνομα CVT (Continuously Variable Transmission), και χρησιμοποιείται συνήθως από Ιάπωνες και Κορεάτες κατασκευαστές αυτοκινήτων.
Το Torsen όμως είναι διαφορικό και μάλιστα εξαιρετικής σύλληψης, αν και αυτό επίσης όχι ιδιαίτερα γνωστό. Γιατί αν και συμπεριφέρεται σαν περιορισμένης ολίσθησης, χωρίς μάλιστα δίσκους και τριβές, είναι αρκετά πιο δαπανηρό στην κατασκευή του και σχετικά σύντομα ξεπεράστηκε από τα συστήματα τύπου Haldex με δίσκους εμπλοκής και υδραυλική ή ηλεκτρονική ενεργοποίηση.

Το Torsen (Torque-Sensing) είναι ένα διαφορικό που μοιάζει στη βασική αρχή λειτουργία του με το κλασικό, αλλά τα γρανάζια που μοιράζουν την κίνηση δεξιά-αριστερά (Worm wheels, στην εικόνα επάνω), είναι "κομμένα" με τέτοια γωνία και σε εμπλοκή μεταξύ τους (μέσω των Spur gears), που η ροπή μπορεί να μεταφέρεται σχεδόν ισόποσα προς τους τροχούς ακόμα και αν οι τροχοί τείνουν να κινηθούν με διαφορετική ταχύτητα εξαιτίας μιας στροφής πχ. Αν όμως ένας τροχός βρεθεί στον αέρα, δεν "κλέβει" την κίνηση (και τη ροπή) από τον άλλο γυρίζοντας "τρελά" όπως στο απλό διαφορικό, γιατί η κίνηση (εξαιτίας της γωνίας των γραναζιών) δεν μπορεί να μεταδοθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το Torsen, αν και αμερικάνικη εφεύρεση, έγινε γνωστό από τη χρήση του σαν κεντρικό διαφορικό στα Audi Quattro στους αγώνες ράλι τη δεκαετία του ΄80, αποτελώντας καθοριστικό παράγοντα της εξαιρετικής επιτυχίας τους.
Το Επικυκλικό, μπορεί να είναι ένα (κεντρικό συνήθως) διαφορικό, μπορεί επίσης να αποτελεί τμήμα ενός αυτόματου κιβωτίου ταχυτήτων, ή ακόμα να είναι μέρος ενός μηχανικού συστήματος κατευθυνόμενης ώσης (Torque Vectoring) τοποθετημένο στις δύο πλευρές ενός συμβατικού διαφορικού.
Παρά τις πολλές διαφορετικές χρήσεις του, η αρχή λειτουργίας είναι μάλλον απλή, όπως φαίνεται και στην εικόνα επάνω και βασίζεται στο ότι υπάρχουν τρία αλληλοεμπλεκόμενα σετ γραναζιών.
Συνεπώς αρκεί κάθε φορά να φρενάρει κάποιο απ' αυτά, ώστε η κίνηση να μεταφέρεται μέσα από τους άξονες των άλλων δύο.
Το πρωτοποριακό σύστημα της Toyota, "Hybrid Synergy Drive" (εικόνα επάνω) χρησιμοποιεί την αρχή του επικυκλικού μηχανισμού (κέντρο της εικόνας) για να μεταφέρει την ισχύ στους τροχούς, ρυθμίζοντας συνεχώς και με ομαλό τρόπο την κατανομή της ανάμεσα σε έναν θερμικό κινητήρα (PETROL) και δύο ηλεκτρικούς κινητήρες /γεννήτριες (MG1, MG2), ώστε να φορτίζει σε κατάλληλες στιγμές και τη μπαταρία κίνησης.
Έτσι, για την διοχέτευση της ισχύος δεν χρειάζεται να φρενάρει μηχανικά κάποιο στοιχείο του επικυκλικού μηχανισμού, αλλά απλά να μπαίνει σε λειτουργία γεννήτριας.
119. Γιατί ο συντελεστής θερμικής διαστολής όγκου (β) είναι (μόνο) τριπλάσιος από τον αντίστοιχο συντελεστή γραμμικής διαστολής (α) για το ίδιο υλικό;
Στον πίνακα παραπάνω, φαίνεται ακριβώς αυτό, αν και κάποιος ίσως θα περίμενε ότι ο συντελεστής (β) να ήταν αυξημένος στον κύβο (στην 3η δύναμη) σε σχέση με τον συντελεστή (α), επειδή η αύξηση του όγκου συμβαίνει πράγματι με αυτή την αναλογία σε σχέση με την αύξηση των διαστάσεων.
Αυτή η ιδιαιτερότητα (που εξηγείται βέβαια μαθηματικά και αφορά απλοποιήσεις) συμβαίνει επειδή ο συντελεστής γραμμικής διαστολής είναι ένα πάρα πολύ μικρό ποσοστό του αρχικού μήκους, οπότε είναι σαν σε κάθε μία από τις τρείς ελεύθερες πλευρές ενός (υποθετικού) κύβου "κολλημένου" στην αρχή των αξόνων, να προσθέσουμε ένα πολύ λεπτό στρώμα από το υλικό αυτό, εξαιτίας της διαστολής του.
Επειδή το στρώμα είναι πολύ λεπτό και αφορά τις τρείς πλευρές του κύβου, μπορούμε να θεωρήσουμε τον επιπλέον όγκο σαν τον όγκο των τριών στρωμάτων, παραλείποντας τον ελάχιστα παραπάνω όγκο που προκύπτει από τη διαστολή στα σημεία των ακμών.
120. Ένας "μύθος" για τους ηλεκτροκινητήρες συνεχούς ρεύματος.
Ο οποίος είναι, ότι αν σ' έναν ηλεκτροκινητήρα συνεχούς ρεύματος με παράλληλη ή ξένη διέγερση (εικόνα επάνω) διακοπεί το κύκλωμα της διέγερσης, ο ηλεκτροκινητήρας θα υπερταχυνθεί, κινδυνεύοντας να πάθει ζημιά.
Η άποψη αυτή υπάρχει, επειδή οι στροφές (n) ενός ηλεκτροκινητήρα συνεχούς ρεύματος, εξαρτώνται από το μέγεθος της μαγνητικής ροής της διέγερσής του (Φ), σε αντίστροφη αναλογία.
Δηλαδή ισχύει:
n = k1 Ε / Φ (το k1 είναι σταθερός συντελεστής, και Ε είναι η τάση που αναπτύσσεται εξ επαγωγής στον δρομέα ή ρότορα, εφόσον η Φ δεν είναι μηδενική).
Όμως ισχύει και ένας άλλος τύπος σ' αυτή την περίπτωση:
Τ = k2 Φ Ι (όπου το k2 είναι σταθερός συντελεστής, και το Ι το ρεύμα του ρότορα).
Είναι φανερό, ότι ναι μεν οι στροφές (n) τείνουν "στο άπειρο" εξαιτίας της πρώτης σχέσης όταν το Φ μηδενιστεί, αλλά επίσης η ροπή (Τ) τείνει στο μηδέν, εξαιτίας της δεύτερης σχέσης, οπότε ο κινητήρας μάλλον θα σταματήσει, ειδικά αν έχει κάποιο φορτίο.
Επίσης στην περίπτωση αυτή, καθώς δεν αναπτύσσεται (αντίστροφη) τάση E εξ επαγωγής στον ρότορα, το ρεύμα Ι αυξάνεται πολύ, και αν δεν λειτουργήσει κάποια συσκευή προστασίας από την υπερένταση ο κινητήρας κινδυνεύει να καεί.
Βέβαια, ο μύθος δεν ισχύει ούτως ή άλλως για τους κινητήρες διέγερσης σειράς, όπου εκεί το ρεύμα Ι διακόπτεται μαζί με το ρεύμα της διέγερσης.
121. kilo ή Kilo;
Ίσως θα έχετε παρατηρήσει ότι γενικά τα πολλαπλάσια των μονάδων γράφονται με κεφαλαία γράμματα (πχ MW, GeV κλπ), ενώ τα υποπολλαπλάσια με μικρά (πχ mg, μF κλπ).
Υπάρχει όμως μία πολύ γνωστή εξαίρεση: το kilo, που σύμφωνα με τα παραπάνω θα έπρεπε να γράφεται ως Kilo, και παρόλα αυτά γράφουμε: km, kW κλπ.
Ο κανόνας όμως είναι ο παρακάτω, ή μάλλον οι παρακάτω:
-Αν η μονάδα είναι όνομα επιστήμονα, γράφεται με κεφαλαίο, πχ Volt, Ampere, Watt, Kelvin, Tesla κλπ, αλλιώς με μικρά, πχ calorie, meter, second, gram κλπ.
-Για τα πολλαπλάσια των μονάδων χρησιμοποιούνται τα αρχικά ελληνικών λατινοποιημένων λέξεων, πχ deka, hecto, kilo, mega, giga, tera κλπ, ενώ για τα υποπολλαπλάσια τα αρχικά λατινικών, πχ deci, centi, milli, micro, nano, pico κλπ (κάποιες λατινικές λέξεις βέβαια είναι και αυτές ελληνικής προέλευσης).
-Αν δεν υπάρχει μονάδα που να χρησιμοποιεί κάποιο κεφαλαίο γράμμα, τότε προτιμάμε το αντίστοιχο πολλαπλάσιο, εφόσον χρησιμοποιεί αυτό το γράμμα, να το γράφουμε με κεφαλαίο και τα υποπολλαπλάσια με μικρό. Συνεπώς, καθώς υπάρχει το Kelvin, το kilo το γράφουμε με k, και επιπλέον το Κ χρησιμοποιείται ειδικά στην Πληροφορική για να δηλώσει το 1024*.
Μια άλλη "παρατυπία" είναι το micro, που ενώ θα έπρεπε να γράφεται με "μ" για να ξεχωρίζει από το milli, συχνά εξαιτίας της αδυναμίας για ελληνικούς χαρακτήρες, γράφεται σαν "u", πχ uF.
Αντίστοιχα, το σύμβολο του Ohm είναι το "Ω", αλλά για τον ίδιο με τον παραπάνω λόγο συχνά γράφεται με το πλήρες όνομα: "Ohm".
Μία "βολική" λύση που χρησιμοποιείται συχνότερα στην επιστήμη, είναι τα μεγάλα πολλαπλάσια ή υποπολλαπλάσια να γράφονται σαν δυνάμεις του 10, οπότε το θέμα (και οι υπολογισμοί) απλοποιούνται.
*Στην Πληροφορική το KB (Kilo Byte) δηλώνει μέγεθος αρχείου, και αυτό το Κilo αντιστοιχεί σε 1024. Όμως η ταχύτητα μιας σύνδεσης μετριέται σε kbps (kilo bit per second) και αυτό το kilo ισοδυναμεί με 1000. Καθώς επίσης ένα Byte ισούται με 8bits, αν θέλουμε να δούμε πόσο γρήγορα θα φορτωθεί ένα αρχείο, θα πρέπει να πολλαπλασιάσουμε την ταχύτητα σύνδεσης με το 0.122. Πχ με ταχύτητα σύνδεσης 10kbps, το αρχείο θα φορτωθεί με ρυθμό 1.22KBps. Και αυτός βέβαια είναι ο θεωρητικός ρυθός, καθώς στην πράξη αναμένεται να είναι 15-20% χαμηλότερος.
122. Η μοτοσυκλέτα που τρέμει (wobble) και "ανάποδα" λάστιχα.
Μερικές φορές, ενώ μια μοτοσυκλέτα κινείται με αρκετά μεγάλη ταχύτητα, μπορεί να συμβεί μια διαταραχή που καταλήγει σε μία έντονη ταλάντωση δεξιά-αριστερά του τιμονιού και του εμπρός τροχού, που μπορεί να γίνει τόσο έντονη ώστε να οδηγήσει μέχρι και σε πτώση του αναβάτη.
Η εμφάνιση αυτού του συντονισμού συμβαίνει συνήθως σε συγκεκριμένη ταχύτητα για κάθε συνδυασμό μοτοσυκλέτας - αναβάτη.
Υπάρχουν διάφορες αιτίες που συνεισφέρουν στο φαινόμενο αυτό, με βασικές το "μαλακό" ή ελαφρά στραβό πλαίσιο, τα δυναμικά αζυγοστάθμιστα ή ανομοιόμορφα φθαρμένα λάστιχα, τζόγο στο σύστημα του τιμονιού κλπ. Επίσης μπορεί να συμβεί από μεγάλη ή απότομη εφαρμογή ισχύος που τείνει να ανασηκώσει τον εμπρός τροχό και ο αναβάτης να προσπαθήσει να κρατήσει την ισορροπία του στρίβοντας το τιμόνι.
Γιατί όμως κατ' αρχήν δημιουργείται αυτή η ταλάντωση;
Η ρίζα της βρίσκεται στο γυροσκοπικό φαινόμενο (βλ. θέμα 109) των τροχών και ειδικά του εμπρός τροχού. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι παρουσιάζεται όταν η μοτοσυκλέτα κινείται σε ευθεία, παρά σε στροφή.
Κατά την άποψη του γράφοντα, το φαινόμενο ξεκινά από μία ανεπαίσθητη και επίπεδη (δηλαδή χωρίς κλίση της μοτοσυκλέτας) στροφή του τιμονιού, για οποιονδήποτε λόγο. Αν για παράδειγμα το τιμόνι στραφεί ελάχιστα δεξιά χωρίς όμως να έχει γύρει η μοτοσυκλέτα (όπως συμβαίνει όταν ο αναβάτης προετοιμάζεται για στροφή), τότε εξαιτίας του γυροσκοπικού φαινομένου (αλλά και της αδρανειακής δύναμης "φυγοκέντρου") δημιουργείται δύναμη στο επάνω μέρος του τροχού (αλλά και στον αναβάτη) που τον σπρώχνει προς τα αριστερά. Αυτό το αντιλαμβάνεται ασυναίσθητα ο αναβάτης που γυρίζει ελάχιστα το τιμόνι του αριστερά για να ισορροπήσει, και τώρα το φαινόμενο αντιστρέφεται σπρώχνοντάς τον προς τα δεξιά, και ο κύκλος επαναλαμβάνεται αυτο-ενισχυόμενος, μέχρι την πτώση ή μέχρι ο αναβάτης να αντιδράσει σωστά.
Το τελευταίο γίνεται χαλαρώνοντας λίγο τα χέρια του, σκύβοντας επάνω στο τεπόζιτο (χαμήλωμα και μεταφορά του κέντρου του βάρους προς τα εμπρός) και μειώνοντας την ταχύτητα χρησιμοποιώντας ελαφρά μόνον το πίσω φρένο. Παράλληλα, ένα αμορτισέρ τιμονιού θα μπορούσε να μειώσει ή και να εξαλείψει το φαινόμενο.
Εννοείται ότι θα πρέπει περιοδικά να ελέγχει τη μοτοσυκλέτα του για τους παράγοντες που προαναφέρθηκαν και ενισχύουν το φαινόμενο αυτό.
Παρατήρηση: Για να μειωθούν οι γυροσκοπικές δυνάμεις, κάποιες μοτοσυκλέτες έχουν τον κινητήρα τοποθετημένο εγκάρσια με τον στροφαλοφόρο άξονα να γυρίζει αντίθετα από τη φορά περιστροφής των τροχών.
Τα "ανάποδα" λάστιχα.‘Ίσως έχετε παρατηρήσει ότι όταν τα λάστιχα των μοτοσυκλετών έχουν χαράξεις (αυλάκια) σε σχήμα V, κάτι πολύ συνηθισμένο, το V των εμπρός τροχών είναι «ανάποδο» σε σχέση με το V των πίσω τροχών. Στην εικόνα κάτω φαίνεται αυτή η διαφορά, όπου φυσικά το φαρδύτερο είναι το πίσω λάστιχο και τοποθετούνται σαν να κινούνται προς τα δεξιά.
Αυτό γίνεται επειδή έχει παρατηρηθεί ότι τα (στρογγυλού πέλματος) λάστιχα μοτοσυκλετών με χάραξη V είναι πιο αποτελεσματικά και σταθερά στην τροχιά τους, ειδικά στη βροχή, όταν το λάστιχο ολισθαίνει ελαφρά ώς προς τον δρόμο με φορά προς τη μύτη του V.
Στον πίσω τροχό δίνεται προτεραιότητα στην επιτάχυνση, οπότε η μύτη του V στο πάτημα του τροχού στο έδαφος κοιτάζει προς τα πίσω.
Στον εμπρός τροχό δίνεται προτεραιότητα στη επιβράδυνση, οπότε η μύτη του V στο πάτημα του τροχού κοιτάζει εμπρός, και εξαιτίας της ολίσθησης ο τροχός φαίνεται να κινείται ελαφρά προς τη μύτη του V, που είναι και το ζητούμενο.
123. Μία περίεργη καμπύλη (καμπύλη του Paschen).
Η παραπάνω καμπύλη δείχνει την τάση διάσπασης στον άερα (κατακόρυφος άξονας) με μεταβαλόμενη απόσταση ηλεκτροδίων και μεταβαλόμενη πίεση αέρα (οριζόντιος άξονας).
Μάλιστα, ο οριζόντιος άξονας είναι ουσιαστικά το γινόμενο της πίεσης επί την απόσταση (pd), αλλά για απλοποίηση ας θεωρήσουμε την απόσταση των ηλεκτροδίων σταθερή, οπότε είναι μόνον η πίεση που μεταβάλεται.
Πριν πάμε στην εξήγηση, αξίζει να αναφερθεί ότι αυτή η καμπύλη δείχνει γιατί σε αεροπλάνα που πετούν σε μεγάλο ύψος και χρησιμοποιούν εμβολοφόρους κινητήρες (βενζίνης) απαιτείται το σύστημα παραγωγής σπινθήρων (μανιατό) να βρίσκεται σε υπερπίεση. Ο λόγος είναι, ότι καθώς η ατμοσφαιρική πίεση μειώνεται, άρα μετακινούμαστε από τη δεξιά πλευρά της καμπύλης (ατμοσφαιρική, κοντά στη αιχμή του βέλους) προς το ελάχιστο σημείο της (κόκκινο, που αντιστοιχεί σε υψόμετρο περίπου 30km για διάκενο σπινθηρισμού 10mm), η τάση διάσπασης του αέρα μειώνεται οπότε οι σπινθήρες που παράγονται από τα μανιατό μπορούν εύκολα να διαρρεύσουν προς το περίβλημά τους, αντί να κατευθυνθούν μέσα από τα καλώδια υψηλής τάσης προς τα μπουζί, με αποτέλεσμα η μηχανή να κάνει "διακοπές".
Η προφανής λύση είναι να γίνουν τα μανιατό αεροστεγή και να μπουν σε υπερπίεση που παράγεται ήδη από τους κινητήρες, μια και για να λειτουργήσουν οι τελευταίοι αποτελεσματικά σε μεγάλο υψόμετρο χρειάζονται σύστημα υπερσυμπίεσης για τον αέρα εισαγωγής.
Όπως όμως κάθε ηλεκτρολόγος και φυσικός γνωρίζει, το καλύτερο μονωτικό για θερμότητα και ηλεκτρισμό είναι το κενό, οπότε εδώ μοιάζει να υπάρχει μια αντίφαση. Η "παρεξήγηση" αυτή λύνεται, αν κοιτάξει κάποιος το αριστερό μέρος της καμπύλης, όπου η τάση διάσπασης ανεβαίνει και μάλιστα γρήγορα, καθώς η πίεση πλησιάζει αυτή του κενού.
Το ενδιαφέρον είναι η εξήγηση αυτής της περίεργης συμπεριφοράς των σπινθήρων.
Η οποία έχει σχέση με το πώς ο σπινθήρας μεταπηδάει από μόριο σε μόριο, ή μάλλον από τα ηλεκτρόνια της εξωτερικής στοιβάδας των ατόμων ενός μορίου σε ένα άλλο.
Μοιάζει λοιπόν, ότι η μετάβαση αυτή να γίνεται πιο εύκολα όταν τα μόρια έχουν μια σχετικά μικρή απόσταση μεταξύ τους (μέτρια πίεση), αλλά όχι πολύ μικρή (υψηλή πίεση) επειδή τότε η κίνηση των ηλεκτρονίων "φρενάρεται" από τις συχνές συγκρούσεις, ούτε όμως και πολύ μεγάλη απόσταση (πολύ χαμηλή πίεση) επειδή τότε λιγότερα μόρια είναι διαθέσιμα για να ολοκληρωθούν τα βήματα του σπινθήρα.
124. Μια ατίθαση πεταλούδα (φαινόμενο Dzhanibekov).
Δεν πρόκειται όμως για το έντομο-πεταλούδα (και το καιρικό φαινόμενο που σχετίζεται θεωρητικά με αυτήν), αλλά για το "παξιμάδι"-πεταλούδα, όπως αυτό στην παραπάνω εικόνα. Το ίδιο φαινόμενο συναντιέται και με το πιο επιστημονικό όνομα "Θεώρημα του ενδιάμεσου άξονα".
Όπου ενδιάμεσος άξονας είναι ένας δεύτερος (σε σύνολο τριών) φυσικός άξονας περιστροφής ενός σώματος γύρω από τον εαυτό του. Για παράδειγμα, μία σφαίρα, έχει έναν άξονα περιστροφής, που περνάει από οποιαδήποτε διάμετρό της και συμπίπτει με τον άξονα συμμετρίας της. Ένα δακτυλίδι, έχει δύο φυσικούς άξονες περιστροφής, έναν που περνάει από οποιαδήποτε διάμετρό του και έναν που περνάει από άξονα κάθετο στο κέντρο του, που αμφότεροι είναι και άξονες συμμετρίας. Στην περίπτωση του δακτυλιδιού, είναι επίσης φανερό ότι ο δεύτερος (κάθετος) άξονας παρουσιάζει μεγαλύτερη ροπή αδράνειας από τον πρώτο, καθώς όλη η μάζα του δακτυλιδιού βρίσκαται όσο το δυνατόν πιο απομακρυσμένη από τον άξονα αυτόν.
Σώματα όμως μόνον με έναν άξονα συμμετρίας, όπως πχ μία ρακέτα του τένις (και το παράδειγμα δεν είναι τυχαίο) ή το περίφημο παξιμάδι-πεταλούδα (απ' όπου ξεκίνησαν όλα), έχουν και έναν τρίτο φυσικό άξονα περιστροφής, με τιμή ροπής αδράνειας ενδιάμεση των δύο άλλων αξόνων, που προφανώς ονομάζεται "ενδιάμεσος άξονας".
Το φαινόμενο παρατηρήθηκε για πρώτη φορά το 1985 από τον Σοβιετικό (τότε) κοσμοναύτη Vlad. Dzhanibekov στο διαστημικό σταθμό Salyut 7, καθώς ξεβίδωσε με φόρα ένα παξιμάδι-πεταλούδα που η έλλειψη βαρύτητας το έκανε να συνεχίσει να περιστρέφεται καθώς αποκακρύνονταν από τη βίδα του, αλλά (έκπληξη!) άρχισε επίσης να "τουμπάρει" περιοδικά παραμένοντας παρόλα αυτά στον άξονα περιστροφής του.
Και μία παρατήρηση σχετικά με το βίντεο. Η περιστροφή του παξιμαδιού-πεταλούδα στο animation, δείχνεται ανάποδη απ΄ αυτήν που προκύπτει από το ξεβίδωμα σε σχέση με την κίνησή της.
125. Ένα ιδιαίτερο "ελατήριο".
Όλοι το ξέρουμε, όλοι έχουμε χρειαστεί τις "υπηρεσίες" του, αλλά λίγοι μάλλον ξέρουν πώς ακριβώς δουλεύει. Πρόκειται για το (μάλλον "τα", αφού σχεδόν πάντα είναι ζευγάρι) "αμορτισέρ" που στηρίζουν την πόρτα του πορτ μπαγκάζ στα περισσότερα αυτοκίνητα, αλλά και σε πολλές άλλες εφαρμογές όπου ένα βάρος πρέπει να υποστηριχτεί.
Η λέξη "αμορτισέρ" είναι σε εισαγωγικά, επειδή παρόλη την επιφανειακή ομοιότητά τους με αμορτισέρ, δεν είναι ακριβώς αμορτισέρ (ο ρόλος των οποίων είναι να αποσβένουν μια ταλάντωση), αλλά συμπεριφέρονται κυρίως σαν ελατήρια αερίου. Και πάλι όμως δεν δουλεύουν με τη συμπίεση του αερίου από ένα έμβολο, αλλά με την πίεση που ασκείται στην επιφάνεια που αντιστοιχεί στο μπράτσο τους.
Αν όλο αυτό μοιάζει κάπως δυσνόητο, η εικόνα παρακάτω θα βοηθήσει.
Αυτό που προσέχει κάποιος αμέσως είναι η τρύπα στο έμβολο (piston), που μοιάζει να το καταργεί! Και πράγματι o ρόλος αυτού του εμβόλου δεν είναι να συμπιέζει το αέριο (συνήθως άζωτο), αλλά αποτελεί απλά έναν οδηγό για την άκρη του μπράτσου (rod) μέσα στον κύλινδρο.
Είναι φανερό, ότι εξαιτίας της τρύπας επικρατεί η ίδια πίεση και από τις δύο πλευρές του εμβόλου, και είναι μόνο η διαφορά των επιφανειών (δηλαδή ουσιαστικά η επιφάνεια της τομής του μπράτσου) που επί την πίεση, μας δίνει τη δύναμη που ασκεί το μπράτσο, φυσικά προς την κατεύθυνση της έκτασής του.
Συνήθως η πίεση του αερίου είναι μερικές δεκάδες bar, η οποία βέβαια αυξάνεται όσο το μπράτσο εισέρχεται μέσα στον κύλινδρο, αλλά η όλη διάταξη δίνει αρκετά μεγάλη διαδρομή με σχετικά μικρή αύξηση της δύναμης, κάτι που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με ένα κλασικό έμβολο αερίου.
Τελικά, και παρόλα όσα προαναφέρθηκαν, υπάρχει μία ποσότητα λαδιού μέσα στον κύλινδρο, τόσο για τη λίπανση της τσιμούχας στο μπράτσο όσο και για την απόσβεση των απότομων κινήσεων, οπότε τελικά είναι και λίγο αμορτισέρ.
126. Ένα "ψυγείο" στην έρημο, 2400 ετών.Πρόκειται για τα Yakhchal, ("πηγάδια πάγου", στα περσικά), στην ευρύτερη περιοχή της Περσίας προφανώς, που από την αρχαιότητα παρήγαγαν και διατηρούσαν πάγο όλες τις εποχές του χρόνου και μάλιστα χωρίς δαπάνη ενέργειας.
Στην εικόνα επάνω, φαίνεται η αρχή λειτουργίας του αρχαίου αυτού συστήματος, που δουλεύει εκμεταλλευόμενο το βραδυνό κρύο περιβάλλον της ερήμου και τη χαμηλή υγρασία, για να δημιουργήσει επιπλέον ψύξη από την εξάτμιση ενός στρώματος νερού.
Η ψύξη αυτή δημιουργεί πάγο, ο οποίο κόβεται και στη συνέχεια αποθηκεύεται στον κεντρικό τεράστιο κωνικό χώρο, που είναι χτισμένος από ένα μίγμα φυσικών υλικών που τα κάνει αδιάβροχα και θερμοάντοχα. Χαρακτηριστικά, οι τοίχοι της κωνικής αυτής "καμινάδας" έχουν πάχος στη βάση τους που φτάνει τα 2m, ενώ στην κορυφή υπάρχει μικρή οπή για να φεύγει ο αέρας που έχει ζεσταθεί.
Καθώς σήμερα η ανάγκη για παρασκευή πάγου με αυτόν το τρόπο είναι πλέον περιορισμένη, παρόλο που υπάρχουν ακόμα μερικά λειτουργικά yakhchal, ένα παρόμοιο σύστημα που χρησιμοποιεί υπόγεια κανάλια νερού (Quanat ή Kanat) και ροή αέρα που διοχετεύεται από επάνω τους και ψύχεται, εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για να κρατάει δροοσερό το εσωτερικό μιας κατοικίας.
Η αρχή του Qanat, ένα σχεδόν οριζόντιο τούνελ που προεκτείνεται μέχρι να συναντήσει τον υδροφόρο ορίζοντα. Ενδιάμεσα ανοίγονται πηγάδια για αερισμό αλλά και ύδρευση.
Μία άλλη περίπτωση είναι τα αιγυπτιακά
Malqaf, μία διπλή "καμινάδα" που λειτουργεί με φυσική κυκλοφορία αέρα, με το προς τον επικρατούντα άνεμο προσανατολισμένο τμήμα να εισάγει φρέσκο αέρα στο οίκημα, ενώ το πίσω (υπήνεμο) τμήμα της καμινάδας εξάγει τον ζεστό αέρα από τον χώρο στο περιβάλλον.
127. Το "υγρό" με το μεγαλύτερο ιξώδες.
Ταυτόχρονα αποτελεί το πείραμα με τη μεγαλύτερη διάρκεια στον κόσμο!
Πρόκειται ουσιαστικά για μια ανεπίσημη μέτρηση του ιξώδους της πίσσας, η οποία ξεκίνησε το 1927 στο πανεπιστήμιο του Queensland της Αυστραλίας, και συνεχίζεται ακόμα!
Το πείραμα αποσκοπούσε να δείξει ότι η πίσσα είναι ρευστό σε θερμοκρασία περιβάλλοντος, και το απέδειξε καθώς 10 (γιγάντιες) σταγόνες έχουν πέσει μέχρι σήμερα.
Έχει ενδιαφέρον, ότι το συγκεκριμένο δεν αποτελεί ούτε το μοναδικό ούτε το παλαιότερο παρόμοιο πείραμα στον κόσμο, είναι όμως το πιο διάσημο!
Με την ευκαιρία, κάποτε πίστευαν ότι και το γυαλί (σε θερμοκρασία περιβάλλοντος) έρρεε αν και πάρα πολύ αργά, παρατηρώντας ότι σε μεσαιωνικά τζάμια το κάτω μέρος εμφανίζονταν συχνά παχύτερο. Κάτι που αποδείχτηκε ότι δεν ίσχυε, και η διαφορά στο πάχος αποδόθηκε στην πρωτόγονη μέθοδο κατασκευής τους και στο γεγονός ότι οι τεχνίτες θα προτιμούσαν να τοποθετούν το παχύτερο μέρος, κάτω.
ΥΓ. Για άλλα μακροχρόνια πειράματα, από τα πρώτα βήματα της επιστήμης, κοιτάξτε το θέμα 28.
128. Άνω-κάτω με τις ανόδους-καθόδους.Υπάρχει μία σύγχυση που επικρατεί σχετικά με το ποιο μέρος μιας συσκευή αποτελεί την (ηλεκτρική) άνοδο και ποιο την κάθοδο. Μια σύγχυση μάλλον δικαιολογημένη, καθώς το ποιος ακροδέκτης είναι ποιος, δεν είναι πάντα σαφές, όπως στην περίπτωση των επαναφορτιζόμενων μπαταριών.
Και αυτό, επειδή ανάλογα με τη λειτουργία μιας συσκευής σαν πηγή (ηλεκτρισμού) ή σαν φορτίο, ο ρόλος των ηλεκτροδίων αντιστρέφεται.
(Υπόψη ότι στις εικόνες παρακάτω σαν ροή ρεύματος Ι δείχνεται η συμβατική, δηλαδή αντίθετη με την κίνηση των ηλεκτρονίων ή των αρνητικών ιόντων).
Έτσι σε λειτουργία πηγής (
εικόνα αριστερά), το ηλεκτρόδιο που στέλνει τα θετικά φορτία στο εξωτερικό κύκλωμα (ρεύμα Ι) είναι η κάθοδος, το κόκκινο ηλεκτρόδιο, ενώ αυτό που στέλνει τα αρνητικά (ή μαζεύει τα θετικά) είναι η άνοδος, το μπλε ηλεκτρόδιο.
Σε λειτουργία φόρτισης (
εικόνα δεξιά), εκεί που πάνε τα αρνητικά φορτία
μέσα από τη συσκευή, δηλαδή στο κόκκινο ηλεκτρόδιο, είναι η άνοδος, ενώ τα θετικά φορτία (το ρεύμα Ι) πάνε στην κάθοδο, σε αυτή την περίπτωση το μπλε ηλεκτρόδιο.
Στις επαναφορτιζόμενες μπαταρίες, το ίδιο ηλεκτρόδιο που είναι κάθοδος κατά τη φόρτιση, είναι άνοδος κατά την εκφόρτιση, και το αντίστροφο ισχύει για το άλλο ηλεκτρόδιο!
Όπως όμως ενδεχομένως θα έχετε παρατηρήσει, υπάρχει μία απλή λύση:
Να αναφερόμαστε στα ηλεκτρόδια απλά σαν θετικό και αρνητικό, καθώς αυτή η ιδιότητά τους παραμένει σταθερή και στις δύο περιπτώσεις. Υπάρχουν παρόλα αυτά δύο τρόποι να την αυξήσουμε, ένας (έμμεσος) που μπορεί να εφαρμοστεί γενικά, και ένας ουσιαστικά μόνο για μικρές ισχείς και για μικρά πολλαπλάσια της αρχικής τάσης.
Ο πρώτος τρόπος είναι λίγο πολύ προφανής, ένας inverter μετατρέπει το συνεχές σε εναλλασσόμενο, αυτό περνάει από μετασχηματιστή ώστε να αποκτήσει την επιθυμητή τάση, και μετά απλά ανορθώνεται.
Ο δεύτερος τρόπος, για μικρή ισχύ, είναι να χρησιμοποιηθεί ένα κύκλωμα booster (εικόνα κάτω).
Το κύκλωμα δουλεύει, ως εξής: Όταν ο διακόπτης (switch) είναι κλειστός, ρεύμα διαρρέει την επαγωγή (των 100mH στην εικόνα). Βέβαια, κάποιος θα παρατηρήσει ότι τότε δημιουργείται ουσιαστικά βραχυκύκλωμα στη μπαταρία (πρόβλημα, εφόσον το κλείσιμο του διακόπτη δεν είναι στιγμιαίο), αλλά ας το αφήσουμε αυτό προς το παρόν.
Όταν ο διακόπτης ανοίξει, εξαιτίας της "αδράνειας" του ρεύματος μέσα από την επαγωγή, αυξάνεται η τάση στα άκρα της με τρόπο που να ωθεί το ρεύμα να συνεχίσει να κυκλοφορεί, και στην ουσία η τάση αυτή προστίθεται σ' αυτήν την μπαταρίας. Και είναι η συνδυασμένη τάση που εφαρμόζεται στον πυκνωτή και στην αντίσταση (φορτίο).
Βέβαια αυτό το μεταβατικό φαινόμενο κρατάει λίγο, γι' αυτό ο κύκλος θα πρέπει να επαναλαμβάνεται συνεχώς. Έτσι στη θέση του διακόπτη μπαίνει ένα τρανζίστορ που "ανοιγοκλείνει" με μεγάλη συχνότητα, και γι' αυτό εξάλλου δεν δημιουργείται βραχυκύκλωμα, όπως προαναφέρθηκε.
130. Γιατί οι φωτοβολταϊκές κυψέλες δεν είναι σαν τις μπαταρίες.
Οι μπαταρίες είναι γνωστές σαν πηγές ηλεκτρικής ενέργειας, το ίδιο και οι φωτοβολταϊκές (Φ/Β) κυψέλες. Και στα δύο συστήματα συνήθως χρησιμοποιούνται πολλά στοιχεία εν σειρά για να πετύχουμε την επιθυμητή τάση, ενώ γκρουπ των παραπάνω στοιχείων συνδέονται παράλληλα, για να πετύχουμε την επιθυμητή ένταση.
Αυτό σημαίνει, ότι με την εν σειρά σύνδεση (όμοιων) στοιχείων η συνολική τάση πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμό των στοιχείων, ενώ η κοινή ένταση παραμένει αυτή του ενός στοιχείου. Το αντίστροφο ισχύει για την παράλληλη σύνδεση.
Όμως υπάρχει μία σημαντική διαφορά. Οι μπαταρίες είναι βασικά πηγές τάσης, παράγουν δηλαδή περίπου σταθερή τάση (Εικ. 1), ενώ η ένταση στο κύκλωμα εξαρτάται από την αντίσταση του φορτίου.
Εικ. 1
Αντίστροφα, τα Φ/Β είναι κυρίως πηγές έντασης, και αν κάποιο από τα εν σειρά συνδεδεμένα στοιχεία δυσλειτουργεί (εξαιτίας τοπικής σκίασης πχ), επηρεάζεται (μειώνεται) κυρίως η ένταση και λιγότερο η τάση (Εικ. 2). Γι' αυτό, μπορούμε να βραχυκυκλώσουμε την έξοδο μίας συστοιχίας Φ/Β (με κάποιες προϋποθέσεις) χωρίς πρόβλημα υπερέντασης, κάτι που δεν ισχύει για τις μπαταρίες.
(Προσέξτε ότι μεταξύ των εικόνων 1 και 2, οι άξονες είναι αντεστραμμένοι).
Επίσης, θα παρατηρήσετε ενδεχομένως την αντιστοιχία των χαρακτηριστικών καμπυλών των Φ/Β κυψελών με τις χαρακτηριστικές καμπύλες ενός τρανζίστορ (Εικ. 3).
Εικ. 2
Εικ. 3
Καθώς η μείωση της έντασης εηρεάζει όλη την αλυσίδα των εν σειρά συνδεδεμένων στοιχείων, οι κατασκευαστές τα χωρίζουν σε ομάδες και συνδέουν παράλληλα σε κάθε ομάδα μία δίοδο, ώστε η δυσλειτουργία ενός στοιχείου (που εκδηλώνεται με αύξηση της αντίστασής του*) να "στέλνει" το ρεύμα μέσα από τη δίοδο. Έτσι βγαίνει "εκτός" η συγκεκριμένη ομάδα με αποτέλεσμα μείωση της συνολικής τάσης, αλλά δεν εμποδίζεται η διέλευση του κανονικού (για τις συγκεκριμένες συνθήκες φωτεινότητας) ρεύματος (Εικ. 4).
*Οι Φ/Β κυψέλες παρουσιάζουν χαρακτηριστικά που ευνούν τη δίοδο του ρεύματος (το ρεύμα μπαίνει από τον αρνητικό πόλο και όχι από τον θετικό όπως σε μία αντίσταση), οπότε όταν συνδέονται παράλληλα με μία δίοδο (είτε μεμονωμένα είτε σε γκρουπ**, εικόνα 4), το ρεύμα σε κανονικές συνθήκες προτιμάει να περνάει μέσα απ' αυτές και όχι από τη δίοδο.
**Ένα Φ/Β πανέλο (module) αποτελείται από μερικά γκρουπ συνδεδεμένα εν σειρά. Ένα τυπικό πανέλο μπορεί να περιέχει συνολικά 60-120 κυψέλες, όλες συνδεδεμένες εν σειρά (Εικ. 4). Πολλά πανέλα συνδεδεμένα εν σειρά ονομάζονται "σειρά" (string), ενώ παράλληλα συνδεδεμένα strings αποτελούν ένα Φ/Β πεδίο (PV field).
Εικ. 4
Καθώς τα Φ/Β, όπως προαναφέρθηκε είναι βασικά πηγές ρεύματος, ενώ οι μπαταρίες πηγές τάσης, για να φορτίσουμε ακόμα και με ένα μικρό Φ/Β μία μπαταρία, χρειάζεται κάποιου είδους "προσαρμογή". Αυτό το εξασφαλίζει ένας φορτιστής/ρυθμιστής που παρεμβάλεται στο κύκλωμα, με την πιο απλή μορφή του να είναι αυτή μιας απλής αντίστασης, ή ακόμα καλύτερα μιας μικρής λυχνίας πυράκτωσης ώστε η φωτεινότητά της να είναι ενδεικτική της έντασης φόρτισης (Εικ. 5).
Εικ. 5
131. Το παράδοξο με τα αερόστατα θερμού αέρα.
Υπάρχει κάτι παράδοξο με τα αερόστατα θερμού αέρα. Αν, ενώ το αερόστατο ανεβαίνει κάποιος πηδήξει έξω, το αερόστατο μπορεί ξαφνικά να καταρρεύσει και να συντριβεί στο έδαφος.
Φαίνεται παράδοξο, μέχρι να καταλάβουμε πώς λειτουργεί η βαλβίδα διαφυγής αέρα, στην κορυφή του.
Η βαλβίδα αυτή μοιάζει σαν ένα μικρό αλεξίπτωτο που σφραγίζει το άνοιγμα στο επάνω μέρος του αερόστατου από μέσα, την οποία ο χειριστής μπορεί να τραβηξει για να την ανοίξει με ένα σχοινί που καταλήγει σ' αυτόν και συνδέεται με τη βαλβίδα με πολλά επί μέρους λεπτά σχοινιά, όπως περίπου σε ένα αλεξίπτωτο (εικόνα κάτω).
Η φωτογραφία δείχνει μέρος του θόλου του αερόστατου από μέσα, με τη βαλβίδα μισάνοιχτη. Τα σχοινιά της βαλβίδας είναι πολύ λεπτά και δεν φαίνονται.
Αν τώρα καθώς το αερόστατο ανεβαίνει χάσει ξαφνικά σημαντικό βάρος (όπως όταν πηδήξει κάποιος έξω, με αλεξίπτωτο προφανώς) τότε η κατακόρυφη ταχύτητα του αερόστατου προς τα επάνω θα αυξηθεί, το ίδιο όμως και η δυναμική πίεση του αέρα εξωτερικά στην κορυφή του. Το αερόστατο θερμού αέρα όμως, το σχήμα του το διατηρεί εξαιτίας της μικρής διαφοράς πίεσης που δημιουργεί η μικρότερη πυκνότητα του θερμού εσωτερικού αέρα με τον πιο κρύο εξωτερικό, οπότε αυτή η αύξηση της πίεσης αέρα στην κορυφή του θόλου εξωτερικά, μπορεί να ανοίξει τη βαλβίδα (που όπως προαναφέρθηκε ανοίγει προς τα μέσα).
Αν η βαλβίδα ανοίξει αρκετά, η διαφυγή μεγάλης ποσότητας θερμού αέρα εμποδίζει τη βαλβίδα να κλείσει αμέσως, ο ζεστός αέρας χάνεται γρήγορα και ο θόλος του αερόστατου καταρρέει, κάτι που οδηγεί στη συντριβή του αερόστατου.
Η λύση είναι απλή: Δεν πηδάει κανείς από ένα αερόστατο θερμού αέρα που ανεβαίνει, αλλά μόνο όταν βρίσκεται σε ελαφρά κάθοδο.
132. Γιατί υπάρχει "κρίσιμος" κινητήρας στα δικινητήρια αεροσκάφη.
Κατ' αρχήν μία διευκρίνιση. Η έννοια του "κρίσιμου" κινητήρα αφορά ελικοφόρα αεροσκάφη (ακόμα και στροβιλοελικοφόρα), αλλά όχι jet.
Επίσης, αφορά ελικοφόρα που οι κινητήρες / έλικες περιστρέφονται προς την ίδια φορά (που αποτελούν και την πλειονότητα), κάτι που γίνεται για οικονομία στην παραγωγή και απλότητα στη συντήρηση των κινητήρων / ελίκων.
Η φορά αυτή συνήθως είναι δεξιόστροφη (όπως οι δείκτες του ρολογιού), όπως κοιτάζουμε το αεροσκάφος από πίσω προς τα εμπρός.
Το πρόβλημα του κρίσιμου κινητήρα είναι πιο έντονο σε δύο καταστάσεις. Μικρή ταχύτητα και μεγάλη γωνία προσβολής, κάτι που (ατυχώς) συνδυάζεται κατά την απογείωση, όπου (επίσης ατυχώς) παρουσιάζονται συχνότερα και τα προβλήματα των κινητήρων.
Στην εικόνα επάνω βλέπετε ένα δικινητήριο ελικοφόρο, σε φάση απογείωσης. Θα παρατηρήσετε ότι η δεξιά πλευρά κάθε έλικας δημιουργεί μεγαλύτερη έλξη (γαλάζια βέλη). Αυτό οφείλεται στο ότι το πτερύγιο που κατεβαίνει, καθώς ο αέρας δεν έρχεται ακριβώς από εμπρός αλλά ελαφρά από κάτω, συναντά τον αέρα με μεγαλύτερη γωνία προαβολής από το πτερύγιο που ανεβαίνει, με αποτέλεσμα η δεξιά πλευρά της έλικας να παράγει μεγαλύτερη έλξη από την αριστερή.
Αν τώρα ο αριστερός κινητήρας σταματήσει, το μέγιστο της έλξης από τον κινητήρα που λειτουργεί (δεξιός) είναι μακρύτερα από το κέντρο βάρους του αεροσκάφους, απ' ότι αν σταματούσε ο δεξιός κινητήρας και παρέμενε σε λειτουργία ο αριστερός. Στην πρώτη περίπτωση, προφανώς θα είχαμε μεγαλύτερη ροπή εκτροπής του αεροσκάφους, και αυτό καθιστά τον αριστερό κινητήρα κρίσιμο.
Θα παρατηρήσετε και κάτι ακόμα, που ατυχώς συμβάλλει στην κρισιμότητα του αριστερού κινητήρα. Οι πράσινες γραμμές του ελικορεύματος από τον αριστερό κινητήρα "σπρώχνουν" την ουρά προς τα δεξιά, άρα τείνουν να στρέψουν το αεροσκάφος προς τα αριστερά, αντισταθμίζοντας εν μέρει την τάση του αριστερού κινητήρα (αν είναι ο μόνος που παραμένει σε λειτουργία) να στρέψει το αεροσκάφος προς τα δεξιά, ενώ κάτι αντίστοιχο δεν συμβαίνει όταν λειτουργεί μόνον ο δεξιός κινητήρας.
133. Το «παράδοξο» με την ταχύτητα ελιγμών του αεροσκάφους.
Αυτό είναι ένα ακόμα θέμα με τις ιδιαιτερότητες των αεροσκαφών, το οποίο μάλιστα μοιάζει να αντιβαίνει εκ πρώτης όψεως, στη λογική!
Καθώς τα αεροσκάφη δεν έχουν απεριόριστη δομική αντοχή, και μάλιστα πρέπει να συνδυάσουν μία ικανοποιητική αντοχή με την ελαφριά κατασκευή, υπάρχει μία συγκεκριμένη ταχύτητα (Maneuvering Speed - V
A) για κάθε μοντέλο, που είναι η μέγιστη επιτρεπτή με την οποία μπορούν να πραγματοποιηθούν έντονοι χειρισμοί.
Φυσικά το αεροσκάφος μπορεί να υπερβεί την ταχύτητα αυτή, αρκεί ο χειριστής να μην εκτελεί «έντονους χειρισμούς». Και όπως είναι λογικό, η ταχύτητα αυτή έχει σχέση με το βάρος του συγκεκριμένου αεροσκάφους και ειδικότερα με το ωφέλιμο βάρος του, αφού είναι αυτό που μεταβάλλεται.
Το "παράδοξο" όμως που αναφέρεται στον τίτλο, είναι ότι η οριακή αυτή ταχύτητα έχει ευθεία και όχι αντίστροφη σχέση με το βάρος, δηλαδή όσο πιο φορτωμένο το αεροσκάφος, τόσο πιο γρήγορα επιτρέπεται να πετάει και ταυτόχρονα να κάνει ελιγμούς!
Και ειδικότερα, έχει σχέση με την τετραγωνική ρίζα του λόγου των βαρών, δηλ:
VΑ1 / VΑ = √ (W1/W), όπου W είναι το μέγιστο βάρος και VΑ η αντίστοιχη μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα ελιγμών, ενώ W1 και VA1 είναι κάποιο μικρότερο βάρος και η αντίστοιχη μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα ελιγμών.
Αυτό μοιάζει παράδοξο εκ πρώτης όψεως, έχει όμως μία απλή (αν και όχι προφανή) εξήγηση. Το φτερό του αεροσκάφους αναπτύσσει άντωση ανάλογα με τη γωνία με την οποία συναντά τον αέρα (γωνία προσβολής), μέχρι όμως ένα ορισμένο μέγιστο όριο (απώλεια στήριξης, Critical AOA, Εικ.2), το οποίο έχει σχέση βασικά με τη γεωμετρία του φτερού.
Καθώς όμως η άντωση πρέπει να αντισταθμίζει το βάρος του αεροσκάφους, όσο πιο φορτωμένο είναι τόσο πιο μεγάλη γωνία πρέπει να σχηματίζει το φτερό με τον αέρα που συναντά (βλ. Εικ.1).
Αν τώρα στο φορτωμένο αεροσκάφος ο πιλότος τραβήξει το χειριστήριο για μια απότομη άνοδο, το φτερό δεν θα έχει μεγάλο περιθώριο (επάνω μπλε βέλος, Εικ.2) να συνεχίσει να αναπτύσσει άντωση πριν χάσει τη στήριξή του (στην Critical AOA, Εικ.2), οπότε στη συνέχεια η φυσική ευστάθεια του αεροσκάφους θα το αναγκάσει να βυθίσει, αποφορτίζοντας το φτερό.
Στο ελαφρύ αεροσκάφος όμως που πετάει με μικρότερη γωνία (κάτω μπλε βέλος, Εικ.2) υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο να αυξηθεί η γωνία αυτή πριν το φτερό φτάσει στο όριό του.
Οπότε παρόλο που το βάρος είναι μικρότερο (και παρότι το "φαινόμενο" βάρος αυξάνεται γενικά κατά τη διάρκεια απότομων χειρισμών), μπορεί να συμβεί καταστροφική αστοχία σε μικρότερη ταχύτητα απ' ότι στο φορτωμένο αεροσκάφος, συνεπώς και το όριο της ταχύτητας ελιγμών είναι χαμηλότερο για το ελαφρύτερο αεροσκάφος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου