Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βράχος Πολύφημου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βράχος Πολύφημου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

Πού έριξε τον βράχο ο Πολύφημος;

Ο Οδυσσέας κοροϊδεύει τον Πολύφημο. Προσχέδιο πίνακα του William Turner
(Ο γράφων προτιμάει αυτό το προσχέδιο από τον τελικό πίνακα, επειδή αφήνει ασαφή την υπόσταση του Πολύφημου)

Στην Οδύσσεια, εκεί όπου ο Πολύφημος "πετροβολά" το πλοίο του Οδυσσέα, υπάρχει κάτι που μοιάζει παράδοξο. Μεταξύ των στίχων ι΄ 480 και ι΄ 485, εκεί που ο Κύκλωπας εκτοξεύει τον πρώτο βράχο εναντίον του πλοίου, φαίνεται να λείπει ένας στίχος. Ο στίχος αυτός συνήθως αφαιρείται επειδή δεν ταιριάζει με όσα ξέρουμε για τα πλοία, καθώς λέει:

«τυτθόν, εδεύσεν δ’ οιήιον άκρον ικέσθαι», δηλαδή: «και παραλίγο να χτυπήσει την άκρη του πηδαλίου»,

αναφερόμενος στον βράχο που έριξε ο Κύκλωπας, με αποτέλεσμα το κύμα που σηκώθηκε να φέρει το καράβι σχεδόν πίσω στη στεριά.

Και αυτό επειδή, ο αμέσως προηγούμενος στίχος (ι΄ 482) γράφει:

«καδ’ δ’ έβαλε προπάροιθε νεός κυανοπρήροιο», δηλαδή: «και εμπρός από το κυανόπρωρο καράβι τον τινάζει».

Το περιεχόμενο του στίχου που αφαιρείται συμπεραίνεται από το γεγονός ότι με αντίστοιχη σειρά αναφέρονται οι ίδιοι σχεδόν στίχοι παρακάτω, όταν ο Κύκλωπας πέταξε και δεύτερο βράχο, μάλιστα κάποιοι μεταφραστές προσθέτουν τον λάθος στίχο μέσα σε αγκύλες και στην πρώτη περίπτωση (βλ. σχόλιο για τους στίχους ι΄480 - ι΄485, παρακάτω).

 Όταν λοιπόν ο Πολύφημος πέταξε τον δεύτερο βράχο, η Οδύσσεια γράφει:

«καδ’ δ’ έβαλεν μετόπισθε νεός κυανοπρήροιο τυτθόν, εδεύσεν δ’ οιήιον άκρον ικέσθαι» (ι΄ 535-536).

Σ’ αυτήν την περίπτωση βέβαια, το κύμα που σηκώθηκε από τον βράχο που έπεσε πίσω από το πλοίο, το έσπρωξε ακόμα μακρύτερα από το νησί, βοηθώντας τους κωπηλάτες.

Όμως δεν υπάρχει πρόβλημα να διατηρηθεί ο λάθος στίχος και στην πρώτη περίπτωση, αν δεχτούμε ότι το καράβι είχε προσορμιστεί με την πλώρη, οπότε στη βιασύνη τους να απομακρυνθούν οι ναύτες έλαμναν ανάποδα και το πλοίο πήγαινε εμπρός με την πρύμνη, μέχρι να αποκτήσουν αρκετή απόσταση, ώστε να κάνουν την αναστροφή του καραβιού με ασφάλεια.

Σ’ αυτό συνηγορεί και ο στίχος ι΄ 490 από την πρώτη περίπτωση: «… οι δε προπεσσόντες έρρεσσον»*, δηλαδή κωπηλατούσαν πέφτοντας επάνω στα κουπιά, όπως όταν θέλουμε να κωπηλατήσουμε δυνατά αλλά το πλοίο να κάνει ανάποδα, όντας καθισμένοι με την πλάτη προς την πλώρη. Πολλές φορές μάλιστα βολεύει σ’ αυτήν την περίπτωση να σταθούμε και όρθιοι.

*Σε αντιδιαστολή, στο ν΄ 78, γράφει για την κωπηλασία των Φαιάκων: «εὖθ᾽ οἱ ἀνακλινθέντες…» (και καθώς πίσω γέρνανε…)

Για σύγκριση, όταν η πολύ μεταγενέστερη τριήρης διενεργούσε εμβολισμό, οι κωπηλάτες στη συνέχεια γύριζαν με την πλάτη προς την πρύμνη για να κωπηλατήσουν δυνατά, ώστε να την ξεκολλήσουν από το εχθρικό πλοίο.

Στην περίπτωση του δεύτερου βράχου, όταν ο Οδυσσέας παρά το αρχικό πάθημά τους ξανατσίγκλισε τον Κύκλωπα, είχαν φτάσει πλέον σε διπλάσια απόσταση από την πρώτη φορά: «αλλ’ ότε δη δις τόσσον άλα πρήσσοντες απήμεν» (ι΄ 491). Προφανώς τώρα είχαν προλάβει να στρέψουν το πλοίο, οπότε ο δεύτερος βράχος που έπεσε πίσω του και κόντεψε πάλι να χτυπήσει το πηδάλιο, τους έσπρωξε προς τα εμπρός.

Αλλά είναι μάλλον αστείο, ότι το πρόβλημα των στίχων αυτών (μεταξύ άλλων) έκανε τον Άγγλο συγγραφέα του 19ου αιώνα Samuel Butler να υποθέσει στο έργο του  Τhe Αuthoress of the Οdessy (1897) ότι η περιγραφή ενός πλοίου με πηδάλιο και στην πλώρη δείχνει βασική ναυτική άγνοια άρα ο Όμηρος θα πρέπει να ήταν γυναίκα!

Το τελευταίο το υποστήριζε και ο Rorert Graves στο έργο του Homer’s Daughter (1956), το οποίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά.

Βέβαια είναι περίεργο πώς ο φιλύποπτος Οδυσσέας προσόρμισε το πλοίο του σ’ έναν άγνωστο τόπο με την πλώρη, αλλά μάλλον είχε επηρεαστεί από την προηγούμενη μη αρνητική εμπειρία του με τους Λωτοφάγους. Ενδέχεται όμως η νέα εμπειρία με τους Κύκλωπες να τον έκανε πιο προσεκτικό και έτσι γλύτωσε το πλοίο του αργότερα στους Λαιστρυγόνες.

Σχόλιο για τους στίχους ι΄480 – ι΄485

Παρακάτω εξετάζονται (τονισμένοι σε κίτρινο φόντο) οι επίμαχοι στίχοι ι΄480 – ι΄485, από διάφορες εκδόσεις του αρχαίου κειμένου και αποδόσεις:

Αρχαίο κείμενο από πηγή 1: http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/OMHROS%20ODYSSEIA/OMHROS%20ODYSSEIA.htm

«ὣς ἐφάμην, ὁ δ' ἔπειτα χολώσατο κηρόθι μᾶλλον·
ἧκε δ' ἀποῤῥήξας κορυφὴν ὄρεος μεγάλοιο,
κὰδ δ' ἔβαλε προπάροιθε νεὸς κυανοπρῴροιο
τυτθόν, ἐδεύησεν δ' οἰήϊον ἄκρον ἱκέσθαι.
ἐκλύσθη δὲ θάλασσα κατερχομένης ὑπὸ πέτρης»


Εφταλιώτης
«Είπα, κι εκείνου χόλιασε περσότερο η ψυχή του,
και ξεκολνώντας την κορφή τρανού βουνού, την παίρνει
κι ομπρός στο μελανόπλωρο καράβι την τινάζει·
[και κόντεψε του τιμονιού την άκρη να βαρέσει].
Κι η θάλασσα τρικύμισε σαν ήρθε κάτω η πέτρα»

Καζαντζάκης-Κακριδής
«Είπα, κι ως πιότερο του φούντωσε στα στήθη η οργή, ξεκόβει
ενός βουνού τρανού το ακρόκορφο και κατά μας το ρίχνει·
κι έπεσε ομπρός στο γαλαζόπλωρο καράβι μας ο βράχος,
κι από μια τρίχα να πετύχαινε του τιμονιού την άκρα.
Κι ο βράχος, πέφτοντας, τη θάλασσα τρικύμισε όλη»

Σιδέρης
«Είπα, και τότε πιο πολύ του λύσσαξε η καρδιά του,
και ξεκολλώντας μια κορφή ψηλού βουνού μεγάλη,
μπροστά στο μελανόπλωρο την πέταξε το πλοίο,
που πάρα λίγο να 'παιρνε της πλώρης του την άκρη. 
Γέμισε αφρούς η θάλασσα καθώς της ήρθε ο βράχος»

Πολυλάς
«Είπα, και τότ' εχόλιασε χειρότερα η ψυχή του,
και απ' όρος μέγα κορυφήν ξεκόλλησε και πέρα
του καραβιού την έριξεν εμπρός στην μαύρην πλώρη,
εγγύς, ώστ' εκοντόφθασε στου πηδαλιού την άκρα·
και η θάλασσα εταράχθηκεν ως εποντίσθη ο βράχος» 

Ο Εφταλιώτης και οι Καζαντζάκης-Κακριδής μεταφράζουν ακριβώς, αλλά ο Εφταλιώτης βλέπει το πρόβλημα και βάζει τη φράση σε αγκύλες.
Ο Σιδέρης διορθώνει βάζοντας πλώρη, το ίδιο και ο Πολυλάς (αλλά αφήνει το πηδάλιο), ενώ το αρχαίο κείμενο δεν την αναφέρει.

Αρχαίο κείμενο από πηγή 2: http://homer.agrino.org/odyssey/ancient_greek/rapsody_THETA.htm 

«ὣς ἐφάμην, ὁ δ᾽ ἔπειτα χολώσατο κηρόθι μᾶλλον, 
ἧκε δ᾽ ἀπορρήξας κορυφὴν ὄρεος μεγάλοιο,
κὰδ δ᾽ ἔβαλε προπάροιθε νεὸς κυανοπρᾐροιο.
ἐκλύσθη δὲ θάλασσα κατερχομένης ὑπὸ πέτρης»

 Στην παραπάνω έκδοση, ο στίχος «τυτθόν, ἐδεύησεν δ' οἰήϊον ἄκρον ἱκέσθαι», παραλείπεται, προφανώς για να μη δημιουργήσει σύγχυση.